I dreamed so much last night, I forgot to wake up and li(ea)ve.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα καμμένα μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα καμμένα μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη, Οκτωβρίου 04, 2012
Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2011
Do I have to?
Do I have to be called a heterosexual if I enjoy sex with men?
Do I have to be called a lesbian if I enjoy sex with women?
Do I have to be a bisexual if I want the person not the gender?
Do I have to feel powerless if I am a woman?
Do I have to be insulted if called a feminist with disdain?
Do I have to prove I'm competent every step of my way?
Do I have to be recognised by society so to be happy?
Do I have to shout every time I wanna be heard?
Do I have to surprise everyone with my intelligence?
Do I have to be a whore if I enjoy sexual intercourse?
Do I have to be a virgin or a prude to be esteemed by men?
Do I have to be a lesbian to be a feminist?
Do I have to be a feminist to be a woman?
Do I have to be ugly to want to learn as much as possible?
Do I have to be beautiful to be called a woman?
Do I have to have a penis to thrive in politics?
Do I have to be black to know how I feel enslaved?
Do I have to be white to be privileged?
Do I have to accept borders to experience the world?
Do I have to be masculine to defend myself?
Do I have to be feminine to be loved and cherised?
Do I have to be a mother to feel fullfilled?
Do I have to be a housewife to have a nice home?
Do I have to be a refugee to feel an outsider?
Do I have to have a country to be a human?
Do I have to feel guilty every time I speak the truth?
Do I have to be an alien in my body, my soul, my country, my species?
I don't.
Do I?
I don't.
Do I have to be called a lesbian if I enjoy sex with women?
Do I have to be a bisexual if I want the person not the gender?
Do I have to feel powerless if I am a woman?
Do I have to be insulted if called a feminist with disdain?
Do I have to prove I'm competent every step of my way?
Do I have to be recognised by society so to be happy?
Do I have to shout every time I wanna be heard?
Do I have to surprise everyone with my intelligence?
Do I have to be a whore if I enjoy sexual intercourse?
Do I have to be a virgin or a prude to be esteemed by men?
Do I have to be a lesbian to be a feminist?
Do I have to be a feminist to be a woman?
Do I have to be ugly to want to learn as much as possible?
Do I have to be beautiful to be called a woman?
Do I have to have a penis to thrive in politics?
Do I have to be black to know how I feel enslaved?
Do I have to be white to be privileged?
Do I have to accept borders to experience the world?
Do I have to be masculine to defend myself?
Do I have to be feminine to be loved and cherised?
Do I have to be a mother to feel fullfilled?
Do I have to be a housewife to have a nice home?
Do I have to be a refugee to feel an outsider?
Do I have to have a country to be a human?
Do I have to feel guilty every time I speak the truth?
Do I have to be an alien in my body, my soul, my country, my species?
I don't.
Do I?
I don't.
Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2010
Αυτοπροβολή
Μανία με τους πομπώδεις τίτλους!
Έχει ξεκινήσει ένας πόλεμος στο φόρουμ - δε λέω σε ποιο, αυτονόητο - και δεν έχω καταλάβει το γιατί. Δηλαδή, καταλαβαίνω αλλά είναι αυτό το παράλογο του παραλογισμού και η έλλειψη λογικής που κάνει τα μάτια μου να φέρνουν σβούρες μέσα στο κεφάλι μου από την απορία και μόνο. Γιατί παίρνουμε τόσο στα σοβαρά τον εαυτό μας; Γιατί μόνο αυτό έχουμε, μάλλον.
Διαβάζω δοκίμια για την αυτοβιογραφία - για τη σχολή μου - κι αναρωτιέμαι. Γιατί τόση ανάγκη για αυτοπροβολή; Είναι ελάχιστοι οι συγγραφείς - δε θα πιάσω τους υπόλοιπους, βαριέμαι - που δεν έχουν γράψει ή δεν πρόκειται να γράψουν την αυτοβιογραφία τους. Κι είναι επίσης ελάχιστοι οι νέοι συγγραφείς, και κάποιοι "εξελιγμένοι" παλαιότεροι, που δεν έχουν προσωπικό blog ή ιστοσελίδα.
Κι εγώ προφανώς. Γράφουμε, αρχικά, γιατί δε γίνεται να μη γράψουμε, δε γίνεται να κρατήσουμε μέσα μας όλες αυτές τις σκέψεις. Το έρμο κεφαλάκι θα εκραγεί μια ώρα. Στη συνέχεια όμως αλλάζουν τα κίνητρά μας. Γράφουμε με μιαν ελπίδα, να διαβαστούμε, να γίνουμε γνωστοί, ν' αφήσουμε το στίγμα μας στον κόσμο, να κάνουμε τη διαφορά.
Και τι απογοήτευση, αλήθεια, όταν ανακαλύπτεις ότι όχι μόνο δεν κάνεις τη διαφορά αλλά κι αν σταματήσεις να γράφεις δε θα γίνει και τίποτα το τραγικό. Στον έξω κόσμο, σε σένα μέσα σου θα γίνει. Πέρα από πέντε-δέκα άτομα, το πολύ, που τους αρέσει το γράψιμό σου ή που απλά τους αρέσεις εσύ, δε θα στενοχωρηθεί κανείς. Κανείς δε θα νοιώσει αυτό το κενό που άφησες πίσω σου, πολύ απλά γιατί το κενό θα καλυφθεί αμέσως, απ' τον επόμενο και μεθεπόμενο. Ή από τον προηγούμενο, δεν παίζει ρόλο.
Γιατί συνεχίζεις λοιπόν; Γιατί όταν ήσουν μικρή/ός οι γονείς σου είπαν ότι έχεις ταλέντο. Γιατί στο δημοτικό ο δάσκαλός σου είπε ότι θα πας μπροστά. Γιατί στο πανεπιστήμιο μια καθηγήτρια είπε περιμένω να πιάσω στα χέρια μου το βιβλίο σου. Γιατί κάποιοι συγγραφείς είπαν νεολογίστικα το 'χεις. Κι εσύ σαν μαλάκας τους ακούς, και πιστεύεις, και ελπίζεις, κι ονειρεύεσαι, μέχρις ότου γεράσεις και δεν έχεις κάτι άλλο να περιμένεις. Τα χαρτιά στοιβάζονται δίπλα απ' το γραφείο σου, το laptop πιάνει σκόνη σε μια γωνιά, αράχνες και κατσαρίδες κατακλύζουν τις ατέλειωτες ιστορίες σου. Ανολοκλήρωτες, μισές, κενές. Χαρακτήρες που έπλασες κι έπειτα παράτησες, γιατί βαρέθηκες, κουράστηκες. Και μήπως τι φταίνε αυτοί που έπεσαν σ' έναν οκνηρό συγγραφέα; Τι φταίνε που εσύ δεν έχεις το σθένος να συνεχίσεις; Γιατί να μείνουν για πάντα στην αφάνεια;
Έτσι το διάλεξες. Έχεις κουράγιο να αλλάξεις το μέλλον;
Έχει ξεκινήσει ένας πόλεμος στο φόρουμ - δε λέω σε ποιο, αυτονόητο - και δεν έχω καταλάβει το γιατί. Δηλαδή, καταλαβαίνω αλλά είναι αυτό το παράλογο του παραλογισμού και η έλλειψη λογικής που κάνει τα μάτια μου να φέρνουν σβούρες μέσα στο κεφάλι μου από την απορία και μόνο. Γιατί παίρνουμε τόσο στα σοβαρά τον εαυτό μας; Γιατί μόνο αυτό έχουμε, μάλλον.
Διαβάζω δοκίμια για την αυτοβιογραφία - για τη σχολή μου - κι αναρωτιέμαι. Γιατί τόση ανάγκη για αυτοπροβολή; Είναι ελάχιστοι οι συγγραφείς - δε θα πιάσω τους υπόλοιπους, βαριέμαι - που δεν έχουν γράψει ή δεν πρόκειται να γράψουν την αυτοβιογραφία τους. Κι είναι επίσης ελάχιστοι οι νέοι συγγραφείς, και κάποιοι "εξελιγμένοι" παλαιότεροι, που δεν έχουν προσωπικό blog ή ιστοσελίδα.
Κι εγώ προφανώς. Γράφουμε, αρχικά, γιατί δε γίνεται να μη γράψουμε, δε γίνεται να κρατήσουμε μέσα μας όλες αυτές τις σκέψεις. Το έρμο κεφαλάκι θα εκραγεί μια ώρα. Στη συνέχεια όμως αλλάζουν τα κίνητρά μας. Γράφουμε με μιαν ελπίδα, να διαβαστούμε, να γίνουμε γνωστοί, ν' αφήσουμε το στίγμα μας στον κόσμο, να κάνουμε τη διαφορά.
Και τι απογοήτευση, αλήθεια, όταν ανακαλύπτεις ότι όχι μόνο δεν κάνεις τη διαφορά αλλά κι αν σταματήσεις να γράφεις δε θα γίνει και τίποτα το τραγικό. Στον έξω κόσμο, σε σένα μέσα σου θα γίνει. Πέρα από πέντε-δέκα άτομα, το πολύ, που τους αρέσει το γράψιμό σου ή που απλά τους αρέσεις εσύ, δε θα στενοχωρηθεί κανείς. Κανείς δε θα νοιώσει αυτό το κενό που άφησες πίσω σου, πολύ απλά γιατί το κενό θα καλυφθεί αμέσως, απ' τον επόμενο και μεθεπόμενο. Ή από τον προηγούμενο, δεν παίζει ρόλο.
Γιατί συνεχίζεις λοιπόν; Γιατί όταν ήσουν μικρή/ός οι γονείς σου είπαν ότι έχεις ταλέντο. Γιατί στο δημοτικό ο δάσκαλός σου είπε ότι θα πας μπροστά. Γιατί στο πανεπιστήμιο μια καθηγήτρια είπε περιμένω να πιάσω στα χέρια μου το βιβλίο σου. Γιατί κάποιοι συγγραφείς είπαν νεολογίστικα το 'χεις. Κι εσύ σαν μαλάκας τους ακούς, και πιστεύεις, και ελπίζεις, κι ονειρεύεσαι, μέχρις ότου γεράσεις και δεν έχεις κάτι άλλο να περιμένεις. Τα χαρτιά στοιβάζονται δίπλα απ' το γραφείο σου, το laptop πιάνει σκόνη σε μια γωνιά, αράχνες και κατσαρίδες κατακλύζουν τις ατέλειωτες ιστορίες σου. Ανολοκλήρωτες, μισές, κενές. Χαρακτήρες που έπλασες κι έπειτα παράτησες, γιατί βαρέθηκες, κουράστηκες. Και μήπως τι φταίνε αυτοί που έπεσαν σ' έναν οκνηρό συγγραφέα; Τι φταίνε που εσύ δεν έχεις το σθένος να συνεχίσεις; Γιατί να μείνουν για πάντα στην αφάνεια;
Έτσι το διάλεξες. Έχεις κουράγιο να αλλάξεις το μέλλον;
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 16, 2009
Το παιχνίδι της ζωής
Σίγουρα το έχω ξαναπεί, άλλωστε μου αρέσει η επανάληψη, ίσως όμως όχι εδώ. Κι αν όμως το 'χω ξαναπεί, τι πειράζει (ποιος κοιτάει τα παλαιότερα αφού);
Κι είναι πράγματι ένα παιχνίδι ή τουλάχιστον έτσι το βλέπω εγώ. Από τότε που μετακόμισα στην Αθήνα, με συγκάτοικο, στο όμορφο κουκλίστικο σπιτάκι μας (γούτσου μωρέ) είμαι συνεχώς με την εντύπωση ότι παίζω. Κάποιο παιχνίδι, στο θέατρο, σε ταινία, σε βιβλίο. Όχι, μη φοβάσαι, δε θα μιλήσω πάλι για πρόσωπα και προσωπεία και μάσκες και ρόλους και τα σχετικά, αυτό στα δεκαεπτά. Τώρα δα, στα εικοσιέξι και κοιτάζοντας τα τριάντα (γεια σας τριάντα να μείνετε εκεί που είστε, δεν έρχομαι κοντά σας λέω!), η σκέψη μου δεν έγινε πιο ώριμη και μεστή, μόνο μειάστηκε από την αυτολογοκρισία και το φόβο της απόρριψης.
Αυτό είναι άσχετο με το αρχικό θέμα βέβαια αλλά δε βρήκα ακόμα το στόχο μου. Ξυπνάω που λες κάθε μέρα (ευτυχώς δεν το ξέχασα ποτέ), ανοίγω το ντουλαπάκι, φτιάχνω καφεδάκι. Στο σπιτάκι το ωραίο, μην ξεχνιόμαστε. Αν δουλεύω πρωί, την κοπανάω τρέχοντας. Αν είμαι απογεματινή, αράζω στο pc (ώπα και ρίμα η δικιά σου!). Πίνω καφέ, καπνίζω τσιγάρα, χαζεύω στο net. Γράφω κιόλας - αμέ, τι με πέρασες. Προσπαθώ δηλαδή, γιατί η υπομονή μου είναι μειωμένη. Παίρνω και κανά τηλεφωνάκι.
Οκ, ώρα για δουλειά: καλημέρα-καλησπέρα. Στη μία που πηγαίνω εσπέρα θεωρείται, αλλά ας συγχωρήσουμε τον κόσμο που μέχρι τις πέντε λέει ακόμα καλημέρα - το χειμώνα που νυχτώνει νωρίς, γιατί το καλοκαίρι και μέχρι τις 8 μη σου πω. Να μη στο πω. Αφήνω πραγματάκια, γδύνομαι (όχι εντελώς, δε δουλεύω σε στριπτιτζάδικο), παίρνω βαθιά ανάσα και βουτάω στην εργασιακή πισίνα. Το καλό είναι ότι μ' αρέσει η δουλειά μου. Πουλάω βιβλία, ενίοτε και ιδέες αλλά δε με πληρώνουν οι μαλάκες. Μιλάω με τον κόσμο, τους λογικούς και συζητήσιμους μόνο, στους άλλους στεγνή εξυπηρέτηση και άμα. Πιάνουμε βαθυστόχαστες συζητήσεις με τους συναδέλφους κι έπειτα τις ευτελίζουμε παντελώς για να περάσει η ώρα. Κάνουμε εξομολογήσεις, λέμε κουτσομπολιά, κάπου-κάπου και ψυχοθεραπεία γίνεται: κλασικές καταστάσεις. Μίση και πάθη, συμπάθειες και εμπάθειες, όπως παντού. Κάθε μέρα και άλλα. Ωσάν καινούρια διασκεδάζω, ελπίζω να μην αλλάξει αυτό.
Σχολάω, φεύγω, γεια σας. Θα ξαναγυρίζω άραγε, κανείς δεν ξέρει. Υποθέσεις μόνο γίνονται. Έπονται οι επιλογές: το αγόρι μου, η κολλητή μου, η συγκάτοικός μου, οι λοιποί φίλοι μου; Κάθε μέρα αποφασίζουμε, ανάλογα με τις ανάγκες όλων. Ποιον κόβεσαι να δεις; Ποιος σκίζεται για να σε δει. Οι παράμετροι άπειρες. Μαρυγορώ όμως...
Κάθε φορά που οδηγώ αυτοκίνητο - που παρεμπιπτόντως κατά τη μανούλα ήταν η πρώτη λέξη που είπα -, σπάνια δηλαδή, είμαι σαν σε οθόνη arcade: στρίβω τιμονάκι, στρίβει αυτοκινητάκι. Πατάω κουμπάκι, ανάβει φωτάκι. Σβήνει η μηχανή, βρίζουν αυτόν με το Ν. Το καλύτερο μου το είχε πει ένας στο Χαλάνδρι, που προσπαθούσα να οδηγήσω (σε ευθεία παρακαλώ) το απίστευτα σκληρό του-του της Μαριλούς, τον Προκόπη. "Μάθε πρώτα να οδηγείς και μετά πάρ'το", μου λέει. "Αν δεν οδηγήσω, ρε παπάρα πώς θα μάθω", απήντησα εγώ. Αλλά δεν άκουσε ο κύριος, η παπαριά λόγω ποσότητος είχε γίνει μάζα κεριού που βούλωσε τ' αυτιά του. Είναι ρε γαμώτο, που μερικοί άνθρωποι γεννιούνται οδηγοί. Εμένα με ρώτησαν, πριν βγω απ' τη μήτρα, ποια μοναδική ικανότητα θα ήθελα να έχω κι απάντησα "θέλω να λέω και να γράφω τις καλύτερες πίπες του κόσμου, μπορώ;" "Μπορείς," είπε μια μπάσα φωνή (αυτή που κάνει τα σποτάκια για τα trailer ταινιών) κι ευθύς με ρίξανε στο βούρκο. Μαλακία, δεν είπα οδήγηση η χαζή...
Κάπου εδώ, λέω να φύγω. Δεν είμαι και καλή στην αποφώνηση, ψάχνω εντυπωσιακό κλείσιμο και βρίσκω χλιαρό κάτω του μετρίου. Γι αυτό κλέβω και την αγαπημένη μου φράση:
Thank you and Goodnight!
Κι είναι πράγματι ένα παιχνίδι ή τουλάχιστον έτσι το βλέπω εγώ. Από τότε που μετακόμισα στην Αθήνα, με συγκάτοικο, στο όμορφο κουκλίστικο σπιτάκι μας (γούτσου μωρέ) είμαι συνεχώς με την εντύπωση ότι παίζω. Κάποιο παιχνίδι, στο θέατρο, σε ταινία, σε βιβλίο. Όχι, μη φοβάσαι, δε θα μιλήσω πάλι για πρόσωπα και προσωπεία και μάσκες και ρόλους και τα σχετικά, αυτό στα δεκαεπτά. Τώρα δα, στα εικοσιέξι και κοιτάζοντας τα τριάντα (γεια σας τριάντα να μείνετε εκεί που είστε, δεν έρχομαι κοντά σας λέω!), η σκέψη μου δεν έγινε πιο ώριμη και μεστή, μόνο μειάστηκε από την αυτολογοκρισία και το φόβο της απόρριψης.
Αυτό είναι άσχετο με το αρχικό θέμα βέβαια αλλά δε βρήκα ακόμα το στόχο μου. Ξυπνάω που λες κάθε μέρα (ευτυχώς δεν το ξέχασα ποτέ), ανοίγω το ντουλαπάκι, φτιάχνω καφεδάκι. Στο σπιτάκι το ωραίο, μην ξεχνιόμαστε. Αν δουλεύω πρωί, την κοπανάω τρέχοντας. Αν είμαι απογεματινή, αράζω στο pc (ώπα και ρίμα η δικιά σου!). Πίνω καφέ, καπνίζω τσιγάρα, χαζεύω στο net. Γράφω κιόλας - αμέ, τι με πέρασες. Προσπαθώ δηλαδή, γιατί η υπομονή μου είναι μειωμένη. Παίρνω και κανά τηλεφωνάκι.
Οκ, ώρα για δουλειά: καλημέρα-καλησπέρα. Στη μία που πηγαίνω εσπέρα θεωρείται, αλλά ας συγχωρήσουμε τον κόσμο που μέχρι τις πέντε λέει ακόμα καλημέρα - το χειμώνα που νυχτώνει νωρίς, γιατί το καλοκαίρι και μέχρι τις 8 μη σου πω. Να μη στο πω. Αφήνω πραγματάκια, γδύνομαι (όχι εντελώς, δε δουλεύω σε στριπτιτζάδικο), παίρνω βαθιά ανάσα και βουτάω στην εργασιακή πισίνα. Το καλό είναι ότι μ' αρέσει η δουλειά μου. Πουλάω βιβλία, ενίοτε και ιδέες αλλά δε με πληρώνουν οι μαλάκες. Μιλάω με τον κόσμο, τους λογικούς και συζητήσιμους μόνο, στους άλλους στεγνή εξυπηρέτηση και άμα. Πιάνουμε βαθυστόχαστες συζητήσεις με τους συναδέλφους κι έπειτα τις ευτελίζουμε παντελώς για να περάσει η ώρα. Κάνουμε εξομολογήσεις, λέμε κουτσομπολιά, κάπου-κάπου και ψυχοθεραπεία γίνεται: κλασικές καταστάσεις. Μίση και πάθη, συμπάθειες και εμπάθειες, όπως παντού. Κάθε μέρα και άλλα. Ωσάν καινούρια διασκεδάζω, ελπίζω να μην αλλάξει αυτό.
Σχολάω, φεύγω, γεια σας. Θα ξαναγυρίζω άραγε, κανείς δεν ξέρει. Υποθέσεις μόνο γίνονται. Έπονται οι επιλογές: το αγόρι μου, η κολλητή μου, η συγκάτοικός μου, οι λοιποί φίλοι μου; Κάθε μέρα αποφασίζουμε, ανάλογα με τις ανάγκες όλων. Ποιον κόβεσαι να δεις; Ποιος σκίζεται για να σε δει. Οι παράμετροι άπειρες. Μαρυγορώ όμως...
Κάθε φορά που οδηγώ αυτοκίνητο - που παρεμπιπτόντως κατά τη μανούλα ήταν η πρώτη λέξη που είπα -, σπάνια δηλαδή, είμαι σαν σε οθόνη arcade: στρίβω τιμονάκι, στρίβει αυτοκινητάκι. Πατάω κουμπάκι, ανάβει φωτάκι. Σβήνει η μηχανή, βρίζουν αυτόν με το Ν. Το καλύτερο μου το είχε πει ένας στο Χαλάνδρι, που προσπαθούσα να οδηγήσω (σε ευθεία παρακαλώ) το απίστευτα σκληρό του-του της Μαριλούς, τον Προκόπη. "Μάθε πρώτα να οδηγείς και μετά πάρ'το", μου λέει. "Αν δεν οδηγήσω, ρε παπάρα πώς θα μάθω", απήντησα εγώ. Αλλά δεν άκουσε ο κύριος, η παπαριά λόγω ποσότητος είχε γίνει μάζα κεριού που βούλωσε τ' αυτιά του. Είναι ρε γαμώτο, που μερικοί άνθρωποι γεννιούνται οδηγοί. Εμένα με ρώτησαν, πριν βγω απ' τη μήτρα, ποια μοναδική ικανότητα θα ήθελα να έχω κι απάντησα "θέλω να λέω και να γράφω τις καλύτερες πίπες του κόσμου, μπορώ;" "Μπορείς," είπε μια μπάσα φωνή (αυτή που κάνει τα σποτάκια για τα trailer ταινιών) κι ευθύς με ρίξανε στο βούρκο. Μαλακία, δεν είπα οδήγηση η χαζή...
Κάπου εδώ, λέω να φύγω. Δεν είμαι και καλή στην αποφώνηση, ψάχνω εντυπωσιακό κλείσιμο και βρίσκω χλιαρό κάτω του μετρίου. Γι αυτό κλέβω και την αγαπημένη μου φράση:
Thank you and Goodnight!
Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009
Νεκρανάσταση ή απλές εκλάμψεις;
Μάλλον το δεύτερο. Κι εκεί που πίστευες ότι πάει, το χάσαμε το καμμένο κοριτσάκι, εξαφανίστηκε στην τσιχλόφουσκα που φούσκωνε με κόπο και δάκρυα τόσα χρόνια (σιγά καημένη), πνίγηκε σ' ένα κόσμο ανούσιων εμπειριών και παιχνιδιών, την κατάπιε το μεγάλο κήτος του κράτους της κοινωνίας και του κομφορμισμού (έλεος!), την σκότωσαν οι γκανγκστερικές φυλές του κέντρου της Αθήνας (κάτι ματ και κάτι κουκούλες κυκλοφορούν μόνο, μη φανταστείτε) και το χειρότερο! ότι έχασε τη θέλησή της και την έμπνευσή της να γράφει (πού πα ρε!) ΤΣΟΥΠ να σου την πάλι, να λέει το μακρύ της και το κοντό της και δη στο τρίτο πρόσωπο (ευτυχώς είναι ενικός αριθμός).
Όχι, μην αναρωτιέσαι γιατί συνεχίζεις να διαβάζεις, είσαι άξιος της μοίρας σου. Σαν κι όλους εμάς (κοινωνική αλληλεγγύη παιδάκι μου) χαζοπερπατάς - galavanting ήθελα να γράψω αλλά σέβομαι την καταγωγή μου - στα σοκάκια του διαδικτύου ελπίζοντας να βρεις ένα νόημα σ' όλη αυτή τη μούχλα. Μη με παρεξηγείς, δεν έχω κάτι εναντίον της μούχλας. Όπως έλεγα και σε μια φίλη όταν επέμενε να βγω Πέμπτη/Παρασκευή/Σάββατο βράδυ (άκουσον άκουσον) στα φοιτητικά Γιάννενα: όλοι έχουν δικαίωμα στη μούχλα!
Αποφάσισα ότι τα πολιτικοφιλοσοφικοϊστορικά κείμενα μου κάνουν κακό. Με ξυπνάνε από τον χουχουλιάρικο λήθαργό μου κι αρχίζω μετά να απαιτώ δικαιώματα, να παλεύω για κάτι καλύτερο (μισθό, συνθήκες εργασίας, ποιότητα ζωής), να χρωματίζω την αντίληψή μου με ισχυρές δόσεις πραγματικότητας. Καλά, μην τρελαθούμε, δεν άρχισα να βλέπω και ειδήσεις.
Και κάπου εδώ πρέπει να αναφέρω το βιβλίο που με συγκλόνισε τον τελευταίο καιρό: Η Ψυχή του Ανθρώπου στο Σοσιαλισμό του Oscar Wilde. Και ίσως είναι αρκετό να πω απλά το όνομα του συγγραφέα, αλλά αν δεν είναι να δηλώσω απλά ότι ο άνθρωπος κατοικεί μέσα στα κεφάλια μας. Δεν ήταν απλά μπροστά, ήταν και πίσω και στο πλάι, πολύπλευρος, πολυεπίπεδος, απλά γαμάτος!
σελ 41: ...Μεγάλες προσδοκίες γεννήθηκαν κάποτε για τη δημοκρατία. Αλλά η δημοκρατία σημαίνει απλά το ξυλοφόρτωμα του λαού. από το λαό για το λαό. Είναι εξακριβωμένο. Και πρέπει να πω ότι ήταν καιρός, γιατί κάθε εξουσία εξευτελίζει εντελώς. Εξευτελίζει αυτούς που την ασκούν και εξευτελίζει αυτούς πάνω στους οποίους ασκείται. Όταν χρησιμοποιείται βίαια, ολιστικά και αδίστακτα, παράγει ένα καλό αποτέλεσμα, δημιουργώντας, ή αναδεικνύοντας σε κάποιο βαθμό, το πνεύμα της εξέγερσης και τον Ατομικισμό που θα τη σκοτώσει. Όταν εφαρμόζεται με κάποιο βαθμό ευγένειας και συνοδεύεται από δώρα και ανταμοιβές, διαφθείρει τρομερά. Ο λαός, σε αυτή την περίπτωση, έχει λιγότερη συναίσθηση της φρικτής πίεσης που του ασκείται και γι' αυτό συνεχίζει τη ζωή του σε ένα είδος χυδαίου βολέματος, σαν ζώο που το χαϊδεύουν, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνεται ότι πιθανώς σκέφτεται τις σκέψεις άλλων ανθρώπων, ότι ζει με τους κανόνες άλλων ανθρώπων, φορώντας, στην ουσία, αυτά που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει ρούχα άλλων ανθρώπων από δεύτερο χέρι και ποτέ δεν είναι ο εαυτός του έστω και μια στιγμή. "Αυτός που θα ήθελε να είναι ελεύθερος", λέει ένας ωραίος στοχαστής, "δεν πρέπει να προσαρμόζεται". Και η εξουσία, δωροδοκώντας τους ανθρώπους για να προσαρμόζονται, παράγει ένα χονδροειδές είδος υπερτροφικής βαρβαρότητας ανάμεσά μας...
Όχι, μην αναρωτιέσαι γιατί συνεχίζεις να διαβάζεις, είσαι άξιος της μοίρας σου. Σαν κι όλους εμάς (κοινωνική αλληλεγγύη παιδάκι μου) χαζοπερπατάς - galavanting ήθελα να γράψω αλλά σέβομαι την καταγωγή μου - στα σοκάκια του διαδικτύου ελπίζοντας να βρεις ένα νόημα σ' όλη αυτή τη μούχλα. Μη με παρεξηγείς, δεν έχω κάτι εναντίον της μούχλας. Όπως έλεγα και σε μια φίλη όταν επέμενε να βγω Πέμπτη/Παρασκευή/Σάββατο βράδυ (άκουσον άκουσον) στα φοιτητικά Γιάννενα: όλοι έχουν δικαίωμα στη μούχλα!
Αποφάσισα ότι τα πολιτικοφιλοσοφικοϊστορικά κείμενα μου κάνουν κακό. Με ξυπνάνε από τον χουχουλιάρικο λήθαργό μου κι αρχίζω μετά να απαιτώ δικαιώματα, να παλεύω για κάτι καλύτερο (μισθό, συνθήκες εργασίας, ποιότητα ζωής), να χρωματίζω την αντίληψή μου με ισχυρές δόσεις πραγματικότητας. Καλά, μην τρελαθούμε, δεν άρχισα να βλέπω και ειδήσεις.
Και κάπου εδώ πρέπει να αναφέρω το βιβλίο που με συγκλόνισε τον τελευταίο καιρό: Η Ψυχή του Ανθρώπου στο Σοσιαλισμό του Oscar Wilde. Και ίσως είναι αρκετό να πω απλά το όνομα του συγγραφέα, αλλά αν δεν είναι να δηλώσω απλά ότι ο άνθρωπος κατοικεί μέσα στα κεφάλια μας. Δεν ήταν απλά μπροστά, ήταν και πίσω και στο πλάι, πολύπλευρος, πολυεπίπεδος, απλά γαμάτος!
σελ 41: ...Μεγάλες προσδοκίες γεννήθηκαν κάποτε για τη δημοκρατία. Αλλά η δημοκρατία σημαίνει απλά το ξυλοφόρτωμα του λαού. από το λαό για το λαό. Είναι εξακριβωμένο. Και πρέπει να πω ότι ήταν καιρός, γιατί κάθε εξουσία εξευτελίζει εντελώς. Εξευτελίζει αυτούς που την ασκούν και εξευτελίζει αυτούς πάνω στους οποίους ασκείται. Όταν χρησιμοποιείται βίαια, ολιστικά και αδίστακτα, παράγει ένα καλό αποτέλεσμα, δημιουργώντας, ή αναδεικνύοντας σε κάποιο βαθμό, το πνεύμα της εξέγερσης και τον Ατομικισμό που θα τη σκοτώσει. Όταν εφαρμόζεται με κάποιο βαθμό ευγένειας και συνοδεύεται από δώρα και ανταμοιβές, διαφθείρει τρομερά. Ο λαός, σε αυτή την περίπτωση, έχει λιγότερη συναίσθηση της φρικτής πίεσης που του ασκείται και γι' αυτό συνεχίζει τη ζωή του σε ένα είδος χυδαίου βολέματος, σαν ζώο που το χαϊδεύουν, χωρίς ποτέ να αντιλαμβάνεται ότι πιθανώς σκέφτεται τις σκέψεις άλλων ανθρώπων, ότι ζει με τους κανόνες άλλων ανθρώπων, φορώντας, στην ουσία, αυτά που κάποιος θα μπορούσε να αποκαλέσει ρούχα άλλων ανθρώπων από δεύτερο χέρι και ποτέ δεν είναι ο εαυτός του έστω και μια στιγμή. "Αυτός που θα ήθελε να είναι ελεύθερος", λέει ένας ωραίος στοχαστής, "δεν πρέπει να προσαρμόζεται". Και η εξουσία, δωροδοκώντας τους ανθρώπους για να προσαρμόζονται, παράγει ένα χονδροειδές είδος υπερτροφικής βαρβαρότητας ανάμεσά μας...
Η Ψυχή του Ανθρώπου στο Σοσιαλισμό, Όσκαρ Ουάιλντ, Στοχαστής
Κυκλοφορεί κι από τις εκδόσεις Σοκόλη και ίσως κι από τον Ελεύθερο Τύπο (ίσως είναι εξαντλημένο στον τελευταίο).
Πέμπτη, Μαΐου 07, 2009
Μονοθέσιες Σχέσεις
Βγήκαμε χθες βράδυ να γιορτάσουμε το χωρισμό μιας φίλης. Να τον γιορτάσουμε ή να τον ξεπεράσουμε, όπως το πάρει κανείς. Ήταν μαζί δύο χρόνια, αν και απ' τους πρώτους 6 μήνες εκείνη είχε αμφιβολίες. Καταλήξαμε κάποια στιγμή να λέμε πώς οι γυναίκες, όταν αμφιβάλουν, κάθονται σε μια σχέση έως ότου ξεκαθαρίσουν τα πράγματα εν αντιθέσει με τους άντρες που αντιδρούν πριν καταλάβουν πραγματικά τι παίζει. Το ξέρω, οι γενικεύσεις δεν είναι καλές, ούτε εμένα μ' αρέσουν. Πιο πολύ γιατί βασίζονται σ' ένα περιορισμένο δείγμα ανθρώπων. Πέντε-έξι παραδείγματα από προσωπική μου εμπειρία, 5-6 κάποιου φίλου/φίλης και πάει λέγοντας. Αλλά κάντε μου τη χάρη για λίγο, πίναμε τσίπουρα άλλωστε.
Αφού τριγυρίσαμε σ' όλο το Γκάζι και ψάξαμε όλα τα club στην Πειραιώς - δεν υπήρχε τίποτα ανοιχτό - καταλήξαμε στο δρόμο για τα σπίτια μας. Στο αυτοκίνητο η φίλη μου σχολίασε αρνητικά το ότι δεν της έστειλε ούτε ένα μήνυμα. Είπε ότι μάλλον δεν ήταν του είδους η σχέση που εκείνη νόμιζε ή ότι κατά πάσα πιθανότητα βρήκε άλλη. Τσατίστηκα πάρα πολύ! Ήθελε να χωρίσει, του έκανε τη ζωή δύσκολη κι όμως και πάλι έβρισκε λόγους να τον κατηγορήσει. Ίσως για να μην αισθάνεται άσχημα, ποιος ξέρει. Αλλά πραγματικά μου τη σπάει να λέμε ψέματα στον εαυτό μας. Να κατηγορούμε άδικα τους άλλους και να τους ρίχνουμε όλο το φταίξιμο για πράγματα που οι ίδιοι προκαλέσαμε.
Και φτάνω, επιτέλους, στο νόημα. Όλες οι σχέσεις είναι μέσα στο μυαλό μας. Τις φτιάχνουμε και τις χαλάμε ανάλογα με τη διάθεσή μας, χωρίς να ξέρουμε τι σκέφτεται ο άλλος. Ο καθένας μας, άλλωστε, έχει τη δικιά άποψη και οπτική για το κάθε τι. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αυτοί οι ξαφνικοί καυγάδες που έρχονται απ' το πουθενά, αυτός ο θυμός που κατευθύνουμε στον άλλο επειδή μας ήρθε μια τυχαία σκέψη στο μυαλό, το ότι "δε τα πάμε καλά" ή "νοιώθω κάπως περίεργα", είναι όλα στο μυαλό μας. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είναι αλήθεια ή όχι παρά μόνο αν ρωτήσουμε - και ποτέ δε ρωτάμε.
Πώς λοιπόν μπορείς να κρατήσεις μια σχέση γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα κάνετε μαλακίες κι οι δύο; Πράγματα δίχως νόημα που καταστρέφουν τα πάντα; Δεν έχω ιδέα. Φαντάζομαι το συζητάτε. Κι ελπίζεις ότι ο άλλος θα καταλάβει τι εννοείς ακριβώς κι όχι τα δικά του.
Πολύ συναισθηματικούρα! Μέχρι κι εγώ βαριόμουνα που τα έγραφα, πόσο μάλλον να τα διάβαζα!
Άσχετο τώρα, διαβάζω το The Once and Future King του T.H. White, μία απ' τις πιο γνωστές ιστορίες γύρω απ' το μύθο της Arthuriana. Είναι μια πολύ ωραία ιστορία, πολύ βαρετά γραμμένη βέβαια. Αλλά εγώ φταίω, που πάω και παίρνω "κλασικά" έργα για να ικανοποιήσω τα εγωιστικά μου κίνητρα (π.χ. το πολύ γνωστό "καλά, δεν έχεις διαβάσει αυτό;!;!"). Διαβάζω επίσης το El Bardo del Dragon, δε θυμάμαι συγγραφέα. Εφηβική φάντασυ λογοτεχνία στα χειρότερά της! Αλλά τουλάχιστον κάνω πρακτική στα ισπανικά μου:)
Thank you and Goodnight!
Αφού τριγυρίσαμε σ' όλο το Γκάζι και ψάξαμε όλα τα club στην Πειραιώς - δεν υπήρχε τίποτα ανοιχτό - καταλήξαμε στο δρόμο για τα σπίτια μας. Στο αυτοκίνητο η φίλη μου σχολίασε αρνητικά το ότι δεν της έστειλε ούτε ένα μήνυμα. Είπε ότι μάλλον δεν ήταν του είδους η σχέση που εκείνη νόμιζε ή ότι κατά πάσα πιθανότητα βρήκε άλλη. Τσατίστηκα πάρα πολύ! Ήθελε να χωρίσει, του έκανε τη ζωή δύσκολη κι όμως και πάλι έβρισκε λόγους να τον κατηγορήσει. Ίσως για να μην αισθάνεται άσχημα, ποιος ξέρει. Αλλά πραγματικά μου τη σπάει να λέμε ψέματα στον εαυτό μας. Να κατηγορούμε άδικα τους άλλους και να τους ρίχνουμε όλο το φταίξιμο για πράγματα που οι ίδιοι προκαλέσαμε.
Και φτάνω, επιτέλους, στο νόημα. Όλες οι σχέσεις είναι μέσα στο μυαλό μας. Τις φτιάχνουμε και τις χαλάμε ανάλογα με τη διάθεσή μας, χωρίς να ξέρουμε τι σκέφτεται ο άλλος. Ο καθένας μας, άλλωστε, έχει τη δικιά άποψη και οπτική για το κάθε τι. Τι σημαίνει αυτό; Ότι αυτοί οι ξαφνικοί καυγάδες που έρχονται απ' το πουθενά, αυτός ο θυμός που κατευθύνουμε στον άλλο επειδή μας ήρθε μια τυχαία σκέψη στο μυαλό, το ότι "δε τα πάμε καλά" ή "νοιώθω κάπως περίεργα", είναι όλα στο μυαλό μας. Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν είναι αλήθεια ή όχι παρά μόνο αν ρωτήσουμε - και ποτέ δε ρωτάμε.
Πώς λοιπόν μπορείς να κρατήσεις μια σχέση γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα κάνετε μαλακίες κι οι δύο; Πράγματα δίχως νόημα που καταστρέφουν τα πάντα; Δεν έχω ιδέα. Φαντάζομαι το συζητάτε. Κι ελπίζεις ότι ο άλλος θα καταλάβει τι εννοείς ακριβώς κι όχι τα δικά του.
Πολύ συναισθηματικούρα! Μέχρι κι εγώ βαριόμουνα που τα έγραφα, πόσο μάλλον να τα διάβαζα!
Άσχετο τώρα, διαβάζω το The Once and Future King του T.H. White, μία απ' τις πιο γνωστές ιστορίες γύρω απ' το μύθο της Arthuriana. Είναι μια πολύ ωραία ιστορία, πολύ βαρετά γραμμένη βέβαια. Αλλά εγώ φταίω, που πάω και παίρνω "κλασικά" έργα για να ικανοποιήσω τα εγωιστικά μου κίνητρα (π.χ. το πολύ γνωστό "καλά, δεν έχεις διαβάσει αυτό;!;!"). Διαβάζω επίσης το El Bardo del Dragon, δε θυμάμαι συγγραφέα. Εφηβική φάντασυ λογοτεχνία στα χειρότερά της! Αλλά τουλάχιστον κάνω πρακτική στα ισπανικά μου:)
Thank you and Goodnight!
Τρίτη, Νοεμβρίου 25, 2008
Ένας Δύσκολος Κόσμος
Όλη την προηγούμενη εβδομάδα σκεφτόμουν ότι θα ήταν πλήρως απελευθερωτικό να έχεις κάποιον να παίρνει τις δύσκολες αποφάσεις σου για σένα. Και μετά θυμήθηκα ότι από το Μάιο κιόλας, όταν έφυγα απ' τη δουλειά μου, είχα παραλύσει απ' τις αποφάσεις που έπρεπε να πάρω! Να πιάσω μια άλλη δουλειά στην Αθήνα; Να φύγω για Αμοργό όπως αρχικά σκόπευα; Να πάω σε κανένα άλλο νησί όπου θα μου δίνανε περισσότερα χρήματα; Να πάω Λάρισα για να μην ξοδέψω πολλά χρήματα το καλοκαίρι; Λοιπόν, την απόφαση την πήρα 30 Ιουνίου. Δεν είχα βγάλει εισιτήριο, δεν ήξερα αν θα βρω δουλειά, πήγαινα μόνη μου! Προσπάθησα να χάσω το πλοίο, αλλά δε τα κατάφερα. Τελικά, όλα πήγαν καλά.
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να αποφασίσω απλά πράγματα, όπως το τι θα έτρωγα για μεσημέρι, το αν θα έπινα καφέ ή μπύρα το απόγευμα, το αν θα έβγαινα για ποτό ή θα έμενα σπίτι για καμιά ταινία με φίλους. Καταλαβαίνει κανείς ότι δεν ήταν κι οι πιο όμορφες στιγμές μου.
Έτσι κάποια στιγμή, βουτηγμένη στο άγχος των άπειρων αποφάσεων και των ατέλειωτων επιλογών της καθημερινότητας, πήρα τη μεγάλη απόφαση! Να μην αποφασίσω τίποτα και ποτέ ξανά. Ας γίνουν τα πράγματα όπως θέλουν, ας παίρνω αποφάσεις με βάση τη στιγμιαία μου διάθεση, ας αφήσω τη ζωή μου στην τύχη. Δεν ξέρω ακόμα πώς θα λειτουργήσει αυτό, αλλά είμαι πολύ πιο ήρεμη τώρα...
Ακολουθεί σχετικό βιντεάκι από τον ψυχολόγο Barry Schwartz, The Paradox of Choice, που μου υπέδειξε ένας συμφορουμίτης του sff.gr:
Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να αποφασίσω απλά πράγματα, όπως το τι θα έτρωγα για μεσημέρι, το αν θα έπινα καφέ ή μπύρα το απόγευμα, το αν θα έβγαινα για ποτό ή θα έμενα σπίτι για καμιά ταινία με φίλους. Καταλαβαίνει κανείς ότι δεν ήταν κι οι πιο όμορφες στιγμές μου.
Έτσι κάποια στιγμή, βουτηγμένη στο άγχος των άπειρων αποφάσεων και των ατέλειωτων επιλογών της καθημερινότητας, πήρα τη μεγάλη απόφαση! Να μην αποφασίσω τίποτα και ποτέ ξανά. Ας γίνουν τα πράγματα όπως θέλουν, ας παίρνω αποφάσεις με βάση τη στιγμιαία μου διάθεση, ας αφήσω τη ζωή μου στην τύχη. Δεν ξέρω ακόμα πώς θα λειτουργήσει αυτό, αλλά είμαι πολύ πιο ήρεμη τώρα...
Ακολουθεί σχετικό βιντεάκι από τον ψυχολόγο Barry Schwartz, The Paradox of Choice, που μου υπέδειξε ένας συμφορουμίτης του sff.gr:
Δευτέρα, Οκτωβρίου 20, 2008
Ο Επίμονος Σπουργίτης
Λοιπόν, τον γνώρισα χθες πρώτη φορά. Στεκόταν στο μπαλκόνι και τον παρατήρησα έτσι ομορφούλης, γλυκούλης που ήταν - χώρια η καταπληκτική πορτοκαλί κοιλίτσα που έχει. Όλη μέρα σήμερα, απ' την ώρα που ξύπνησα και κάθισα στον υπολογιστή, μου τα 'χει πρήξει! Είναι χαζός και έχει τόση πλάκα! Κουτουλάει συνέχεια στις δύο μπαλκονόπορτες του σαλονιού! Δεν ξέρω γιατί θέλει να μπει μέσα. Ίσως πεινάει, ίσως κρυώνει. Το θέμα είναι ότι δεν έχω τίποτα να του δώσω. Εδώ δεν ξέρω τι θα φάω εγώ. Όσο για το κρύο, φανταστείτε να έχετε ένα πουλί να πετάει στο σπίτι σας ελεύθερο! Κι άντε και το άφησα. Τι θα κάνει εδώ μέσα. Θα έρθει να γράψουμε παρέα; Με έχει πρήξει σας λέω! 5 ώρες ακούω αυτό το γδούπο στα τζάμια και παρατηρώ τις απέλπιδες προσπάθειές του.
Έχω, βέβαια, την εντύπωση ότι είναι η μούσα μου σπουργιτοποιημένη. Απ' την ώρα που εμφανίστηκε γράφω ασταμάτητα! Μία μετάφραση και μία ιστορία που προσπαθώ απελπισμένα να γράψω εδώ και μήνες. Τι να τρώει άραγε μια μούσα; Λέω να πάω να αγοράσω κάτι. Το σκασμένο δεν κάθεται να το βγάλω και καμιά φωτογραφία. Μέχρι να βγάλω την κάμερα κάνει το διάλειμμά του στην άκρη μιας γλάστρας.
Εύχομαι να επισκεφθεί και όλους εσάς τους επίδοξους γραφιάδες!
Ακούμε DreamTheatre, ACDC και Coldplay (νέο άλμπουμ Viva la Vida. Γαμάτο!!!)
Έχω, βέβαια, την εντύπωση ότι είναι η μούσα μου σπουργιτοποιημένη. Απ' την ώρα που εμφανίστηκε γράφω ασταμάτητα! Μία μετάφραση και μία ιστορία που προσπαθώ απελπισμένα να γράψω εδώ και μήνες. Τι να τρώει άραγε μια μούσα; Λέω να πάω να αγοράσω κάτι. Το σκασμένο δεν κάθεται να το βγάλω και καμιά φωτογραφία. Μέχρι να βγάλω την κάμερα κάνει το διάλειμμά του στην άκρη μιας γλάστρας.
Εύχομαι να επισκεφθεί και όλους εσάς τους επίδοξους γραφιάδες!
Ακούμε DreamTheatre, ACDC και Coldplay (νέο άλμπουμ Viva la Vida. Γαμάτο!!!)
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 24, 2008
Εις αναζήτησην
Χμ.. θα χρειαστεί να κάνω διορθώσεις σε προηγούμενες αναρτήσεις μου. Όλο υπόσχομαι διάφορα για τα επόμενα γραπτά μου, που βέβαια δεν τηρώ ποτέ. Ψυχαναγκασμός μάλλον. Αν ξαναχρησιμοποιήσω τέτοιου είδους κατακλείδα (βλ. προηγούμενο ποστ), πυροβολήστε με!
Έχουμε και λέμε: ψυχολογία σκατά. Υπό του μηδενός, με λίγες εκρήξεις ευφορίας, εδώ και μήνες. Είναι πολύ κουραστικό να σκέφτεσαι συνέχεια τι θα κάνεις στη ζωή σου, ποιο είναι το μέλλον σου, πού θα καταλήξεις. Κάθε Κυριακή, Τετάρτη και Παρασκευή αγοράζω τη Χρυσή Ευκαιρία, μπας και βρω καμιά δουλίτσα. Να σας πω... η μία μου ξινίζει η άλλη μου βρωμάει, γενικά δε με βολεύει τίποτα. Ξυπνάω το πρωί κι ελπίζω να βγει μια ανακοίνωση (σε poster, sms, e-mail, διαφήμιση σε αστικό κλπ) που να λέει "να, κοίτα! αυτή είναι μια δουλειά για σένα! την ετοιμάσαμε και τη φτιάξαμε μόνο για να καλύπτει τις δικές σου ανάγκες! δε χρειάζεται καν να περάσεις από συνέντευξη, ούτε να πάρεις κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς. σου δίνουμε αυτοκίνητο όπως και δίπλωμα γιατί ξέρουμε ότι αυτά τα μαθήματα που σου απέμειναν δεν προλαβαίνεις να τα κάνεις. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!". Τέλος παραφροσύνης.
Προσπαθώ να εξηγήσω γιατί δε θέλω να μπω στο δημόσιο. Γιατί δε θέλω να πάω φροντιστήριο για να δώσω ΑΣΕΠ. Γιατί δε θέλω μέσον ώστε αφού διοριστώ, να επιλέξω πού θέλω να πάω. Γιατί δε θέλω άλλα λεφτά απ' τους γονείς μου. Γιατί τρέμω την ημέρα που παίρνω τον πατέρα μου και του λέω "μπαμπά στείλε λεφτά". Γιατί σιχαίνομαι να μου συμπεριφέρονται ως αδαή φοιτήτρια ενώ έχω αποφοιτήσει. Δεν έχω επιχειρήματα... Αν βγάλεις στην άκρη ιδεολογικές ανησυχίες, δεν έχω επιχειρήματα.
Φοβάμαι χίλια χέρια που σπρώχνουν στο σύστημα. Φοβάμαι τα άλλα χίλια που θα έρθουν μετά για με κρατήσουν στη θέση μου. Στα 16 μου, περίπου, είχα γράψει μια ιστοριούλα για τις αλυσίδες. Στα 25 μου, είναι η μόνιμη εικόνα που έχω στο μυαλό μου. Το κακό είναι, ότι η αντίθετη παράταξη έχει λογικά επιχειρήματα. Εγώ δεν έχω. Η μόνη μου απόκριση, είναι οι "ανώριμου τύπου" επαναστάσεις. Η ίδια συμπεριφορά που διατηρούσα κατά την εφηβεία μου. Είναι τρομακτικό να ξυπνάς μια μέρα και να συνειδητοποιείς ότι όχι μόνο έχεις μεγαλώσει σε έτη (πότε έπαψαν να με αποκαλούν μικρή άραγε;) αλλά έχεις παραμείνει στάσιμη σε ωριμότητα και σκέψη. Ναι, έχω αλλάξει πολύ. Αλλά είναι προς τα πάνω ή προς τα κάτω;
Όταν μπήκα στην αίθουσα του φροντιστηρίου και κάθισα στο θρανίο μου, με κατέκλυσαν αναμνήσεις. Όπως όταν έμεινα στην πρώτη λυκείου κι αναγκάστηκα να την ξανακάνω απ' την αρχή. Μαζί με τις αναμνήσεις ακολουθεί κι η συμπεριφορά. Αντιγράφω τον μικρότερο εαυτό μου. Τα ψέματα, οι υπεκφυγές, οι φωνές, η απελπισία... Σκατούλες! Και κάποτε σου λέγανε, πάρε το πτυχίο σου παιδάκι μου και θα σ' αφήσουμε ήσυχη. Τώρα είναι, διορίσου παιδάκι μου! Μετά θα 'ναι, παντρέψου κοπέλα μου (πάει το παιδάκι). Αργότερα, κάνε μας ένα εγγόνι.
ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 69. ΝΑ ΠΑΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΟΛΟΙ!!!
Έχουμε και λέμε: ψυχολογία σκατά. Υπό του μηδενός, με λίγες εκρήξεις ευφορίας, εδώ και μήνες. Είναι πολύ κουραστικό να σκέφτεσαι συνέχεια τι θα κάνεις στη ζωή σου, ποιο είναι το μέλλον σου, πού θα καταλήξεις. Κάθε Κυριακή, Τετάρτη και Παρασκευή αγοράζω τη Χρυσή Ευκαιρία, μπας και βρω καμιά δουλίτσα. Να σας πω... η μία μου ξινίζει η άλλη μου βρωμάει, γενικά δε με βολεύει τίποτα. Ξυπνάω το πρωί κι ελπίζω να βγει μια ανακοίνωση (σε poster, sms, e-mail, διαφήμιση σε αστικό κλπ) που να λέει "να, κοίτα! αυτή είναι μια δουλειά για σένα! την ετοιμάσαμε και τη φτιάξαμε μόνο για να καλύπτει τις δικές σου ανάγκες! δε χρειάζεται καν να περάσεις από συνέντευξη, ούτε να πάρεις κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς. σου δίνουμε αυτοκίνητο όπως και δίπλωμα γιατί ξέρουμε ότι αυτά τα μαθήματα που σου απέμειναν δεν προλαβαίνεις να τα κάνεις. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!". Τέλος παραφροσύνης.
Προσπαθώ να εξηγήσω γιατί δε θέλω να μπω στο δημόσιο. Γιατί δε θέλω να πάω φροντιστήριο για να δώσω ΑΣΕΠ. Γιατί δε θέλω μέσον ώστε αφού διοριστώ, να επιλέξω πού θέλω να πάω. Γιατί δε θέλω άλλα λεφτά απ' τους γονείς μου. Γιατί τρέμω την ημέρα που παίρνω τον πατέρα μου και του λέω "μπαμπά στείλε λεφτά". Γιατί σιχαίνομαι να μου συμπεριφέρονται ως αδαή φοιτήτρια ενώ έχω αποφοιτήσει. Δεν έχω επιχειρήματα... Αν βγάλεις στην άκρη ιδεολογικές ανησυχίες, δεν έχω επιχειρήματα.
Φοβάμαι χίλια χέρια που σπρώχνουν στο σύστημα. Φοβάμαι τα άλλα χίλια που θα έρθουν μετά για με κρατήσουν στη θέση μου. Στα 16 μου, περίπου, είχα γράψει μια ιστοριούλα για τις αλυσίδες. Στα 25 μου, είναι η μόνιμη εικόνα που έχω στο μυαλό μου. Το κακό είναι, ότι η αντίθετη παράταξη έχει λογικά επιχειρήματα. Εγώ δεν έχω. Η μόνη μου απόκριση, είναι οι "ανώριμου τύπου" επαναστάσεις. Η ίδια συμπεριφορά που διατηρούσα κατά την εφηβεία μου. Είναι τρομακτικό να ξυπνάς μια μέρα και να συνειδητοποιείς ότι όχι μόνο έχεις μεγαλώσει σε έτη (πότε έπαψαν να με αποκαλούν μικρή άραγε;) αλλά έχεις παραμείνει στάσιμη σε ωριμότητα και σκέψη. Ναι, έχω αλλάξει πολύ. Αλλά είναι προς τα πάνω ή προς τα κάτω;
Όταν μπήκα στην αίθουσα του φροντιστηρίου και κάθισα στο θρανίο μου, με κατέκλυσαν αναμνήσεις. Όπως όταν έμεινα στην πρώτη λυκείου κι αναγκάστηκα να την ξανακάνω απ' την αρχή. Μαζί με τις αναμνήσεις ακολουθεί κι η συμπεριφορά. Αντιγράφω τον μικρότερο εαυτό μου. Τα ψέματα, οι υπεκφυγές, οι φωνές, η απελπισία... Σκατούλες! Και κάποτε σου λέγανε, πάρε το πτυχίο σου παιδάκι μου και θα σ' αφήσουμε ήσυχη. Τώρα είναι, διορίσου παιδάκι μου! Μετά θα 'ναι, παντρέψου κοπέλα μου (πάει το παιδάκι). Αργότερα, κάνε μας ένα εγγόνι.
ΗΤΑΝ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΝΑΛΙ 69. ΝΑ ΠΑΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΟΛΟΙ!!!
Υ.Γ.: Καλοκαιρινές αναγνώσεις:
Μπορίς Βιάν, Και να Καθαρίσουμε τους Κακομούτσουνους
Steven Erikson, The Bonehunters (το 6ο βιβλίο της σειράς The Malazan Book of the Fallen)
Peter S. Beagle, The Last Unicorn
Αλεσάντρα Αράκι, Λουνάτικα
Misaho Kujiradou/Courtney Love/D.J. Milky, Princess Ai (manga)
Terry Prachett, Jingo (a Discworld novel)
Και τώρα:
Ursula K. Le Guin, Tales From Earthsea (συνέχεια του Earthsea Quartet)
Μπορίς Βιάν, Και να Καθαρίσουμε τους Κακομούτσουνους
Steven Erikson, The Bonehunters (το 6ο βιβλίο της σειράς The Malazan Book of the Fallen)
Peter S. Beagle, The Last Unicorn
Αλεσάντρα Αράκι, Λουνάτικα
Misaho Kujiradou/Courtney Love/D.J. Milky, Princess Ai (manga)
Terry Prachett, Jingo (a Discworld novel)
Και τώρα:
Ursula K. Le Guin, Tales From Earthsea (συνέχεια του Earthsea Quartet)
Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007
Ξημέρωμα
Συγκινήσεις, συναισθήματα, εμπειρίες, άνθρωποι. Τα έζησα όλα, τα έκανα όλα! Πήγα από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη κι ανακάλυψα ότι είναι επίπεδος, κι ότι η γη παραμένει στρογγυλή. Έτρεξα μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Πήδηξα απ'τον τρίτο όροφο και δεν έσπασα τίποτα. Έκανα "μπάντζι-τζάμπινγκ" και "ράφτινγκ" κι επιβίωσα (παθαίνω ίλιγγο άλλωστε). Έκανα ιππασία σε μια παραλία κι ένοιωσα την απόλυτη ελευθερία. Αγόρασα σπίτι και μετά το πούλησα για να νοικιάσω διαμέρισμα. Έπεσα από τις σκάλες κι έμαθα να μη βάζω τα χέρια στις τσέπες. Οδήγησα αυτοκίνητο πριν πάρω δίπλωμα ώστε όταν το αποκτήσω να μη χρειαστεί να οδηγήσω ξανά. Έμαθα 10 διαφορετικές, γνωστές και νεκρές γλώσσες ώστε να μπορώ να μιλήσω στον εαυτό μου. Πήγα στο θέατρο, πήγα και στον κινηματογράφο. Μια φορά μάλιστα πήγα και για "μπόουλινγκ". Έκανα σκι, δοκίμασα σνόουμπορντ, ανέβηκα σε έλκυθρο: όπως και να'χει έφαγα τα μούτρα μου. Είχα ένα σκυλάκι που μάλωνε μ'ένα γατάκι που σκότωνε ένα καναρινάκι που'πιανε φιλίες μ'ένα ποντικάκι. Γνώρισα έναν πολιτικό, έναν ιστορικό, ένα δάσκαλο κι ένα δασοφύλακα. Είχα άσθμα, είχα αλλεργία και μάλλον ήταν ίδια η αιτία. Αγάπησα, μ'αγάπησαν κι ακόμα προσπαθώ να θυμηθώ γιατί μίσησα. Το γιατί με μίσησαν δεν το αναρωτιέμαι. Διάβασα, με διάβασαν κι ακόμα γράφω. Τα έζησα όλα! Κι όλα αυτά πριν καν ξυπνήσω
Υ.Γ: Καλύτερα να μην έλεγα τίποτα.
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007
Τίτλοι Τέλους
Πραγματοποιώ τα όνειρά μου; Δεν ξέρω; Έχω την εντύπωση ότι ονειρεύομαι συνεχώς καινούρια πράγματα για να'χω να ελπίζω σε κάτι. Έχουν χάσει τη γεύση τους. Έχω χάσει τη λαμπρότητά μου, τον αυθορμητισμό μου. Κάθε φορά που το μελάνι αγγίζει τη λευκή σελίδα αγχώνομαι. Αγχώνομαι γιατί νομίζω ότι αρχίζω να κάνω κάτι αλλά είναι ψεύτικο. Δε δημιουργώ, απλά λερώνω.
Ένας πιερότος μού ανοίγει την πόρτα μιας ισπανικής pub. Ο πιερότος δεν είναι σαν τον αρλεκίνο. Ο αρλεκίνος είναι ο κρυφός μου πόθος. Το αρσενικό υπέροχο πλάσμα με τα θηλυπρεπή χαρακτηριστικά. Έχει παιχνιδιάρικο βλέμμα, σαρκαστικό χαμόγελο, χρυσές τούφες για μαλλιά, μάτια από κάρβουνο. Φοράει πάντα λευκά. Λευκό υφασμάτινο παντελόνι σε αράβικο στυλ, μαύρες μπαρέτες, λευκό πουκάμισο με μεγάλα μαύρα κουμπιά, λευκό σκουφί. Λικνίζεται σε ρυθμούς 80'ς με τη disco-ball να φωτίζει και να χρωματίζει το πάλλευκο δέρμα του.
Ο πιερότος περιμένει. Κρατάει την πόρτα και περιμένει να ξεμαγευτώ από τα τσαλίμια του αρλεκίνου. Παρατηρώ τον πιερότο τώρα. Εκείνος έχει άγρια, αρρενωπά χαρακτηριστικά: γαμψή σεξουαλική μύτη, εκφραστικές ρυτίδες, γκριζαρισμένα μαύρα μαλλιά, μάτια κουρασμένα απ' τη σκέψη. Ευθυτενής κι αγέρωχος, στέκεται πάντα φρουρός της εισόδου φορώντας κόκκινη στολή. Το κόκκινο τονίζει το μελαχρινό του δέρμα.
Μπαίνω μέσα και κοιτάζω τον κόσμο. Όλοι τους μοιάζουν με φαντάσματα. Στοιχειά που ήρθαν απ' τον άλλο κόσμο για να πάρουν μια γεύση ζωντάνιας. Η καρδιά χτυπάει δυνατά, γρήγορα, κοφτά. Αρχίζω να ιδρώνω απ' το κρύο που απλώνεται ολόγυρά μου. Λευκό και κόκκινο. Πάγος και φλόγα. Καίνε το ίδιο. Πονάνε το ίδιο.
Γυρίζω το κεφάλι μου, βλέπω τις φίλες μου. Χαμογελώ. Δεν τις πείθω. Είναι που δεν έχουν δει ούτε τον αρλεκίνο μου ούτε τον πιερότο μου. Είναι απασχολημένες με τα στοιχειά γύρω μας. Όταν ξεχυλίζω από συναισθήματα χάνω την ορθογραφία μου. Και τη στίξη μου. και τον οιρμό μου.
Χορεύω, δεν ξέρω τι. Δεν ακούω τη μουσική, μόνο νοιώθω το ρυθμό της να με ωθεί να κουνηθώ. Δεν ξέρω πώς τελειώνουν τα παραμύθια, παρόλο που τα παρακολουθώ χρόνια. Κάθε φορά που πέφτουν οι τίτλοι τέλους ξέρεις ότι υπάρχει μια σκηνή που δεν έχει παιχτεί. Κάθε που βλέπεις "συνεχίζεται" ξέρεις ότι έχει τελειώσει οριστικά.
Ο αρλεκίνος μου είμαι εγώ. Ο πρώτος όροφος. Ο πιερότος μου είμαι εγώ. Ο δεύτερος όροφος. Οι φίλες μου είμαι εγώ. Τα συναισθήματα, οι ελπίδες, οι φοβίες, οι στεναχώριες, οι χαρές τους. Όλα γυρίζουν, στροβιλίζονται, θολώνουν, πνίγονται. Κι εγώ στη μεση. πάντα στη μέση χορεύοντας και μεθώντας. Δεν υπάρχει διαφυγή.
Ένας πιερότος μού ανοίγει την πόρτα μιας ισπανικής pub. Ο πιερότος δεν είναι σαν τον αρλεκίνο. Ο αρλεκίνος είναι ο κρυφός μου πόθος. Το αρσενικό υπέροχο πλάσμα με τα θηλυπρεπή χαρακτηριστικά. Έχει παιχνιδιάρικο βλέμμα, σαρκαστικό χαμόγελο, χρυσές τούφες για μαλλιά, μάτια από κάρβουνο. Φοράει πάντα λευκά. Λευκό υφασμάτινο παντελόνι σε αράβικο στυλ, μαύρες μπαρέτες, λευκό πουκάμισο με μεγάλα μαύρα κουμπιά, λευκό σκουφί. Λικνίζεται σε ρυθμούς 80'ς με τη disco-ball να φωτίζει και να χρωματίζει το πάλλευκο δέρμα του.
Ο πιερότος περιμένει. Κρατάει την πόρτα και περιμένει να ξεμαγευτώ από τα τσαλίμια του αρλεκίνου. Παρατηρώ τον πιερότο τώρα. Εκείνος έχει άγρια, αρρενωπά χαρακτηριστικά: γαμψή σεξουαλική μύτη, εκφραστικές ρυτίδες, γκριζαρισμένα μαύρα μαλλιά, μάτια κουρασμένα απ' τη σκέψη. Ευθυτενής κι αγέρωχος, στέκεται πάντα φρουρός της εισόδου φορώντας κόκκινη στολή. Το κόκκινο τονίζει το μελαχρινό του δέρμα.
Μπαίνω μέσα και κοιτάζω τον κόσμο. Όλοι τους μοιάζουν με φαντάσματα. Στοιχειά που ήρθαν απ' τον άλλο κόσμο για να πάρουν μια γεύση ζωντάνιας. Η καρδιά χτυπάει δυνατά, γρήγορα, κοφτά. Αρχίζω να ιδρώνω απ' το κρύο που απλώνεται ολόγυρά μου. Λευκό και κόκκινο. Πάγος και φλόγα. Καίνε το ίδιο. Πονάνε το ίδιο.
Γυρίζω το κεφάλι μου, βλέπω τις φίλες μου. Χαμογελώ. Δεν τις πείθω. Είναι που δεν έχουν δει ούτε τον αρλεκίνο μου ούτε τον πιερότο μου. Είναι απασχολημένες με τα στοιχειά γύρω μας. Όταν ξεχυλίζω από συναισθήματα χάνω την ορθογραφία μου. Και τη στίξη μου. και τον οιρμό μου.
Χορεύω, δεν ξέρω τι. Δεν ακούω τη μουσική, μόνο νοιώθω το ρυθμό της να με ωθεί να κουνηθώ. Δεν ξέρω πώς τελειώνουν τα παραμύθια, παρόλο που τα παρακολουθώ χρόνια. Κάθε φορά που πέφτουν οι τίτλοι τέλους ξέρεις ότι υπάρχει μια σκηνή που δεν έχει παιχτεί. Κάθε που βλέπεις "συνεχίζεται" ξέρεις ότι έχει τελειώσει οριστικά.
Ο αρλεκίνος μου είμαι εγώ. Ο πρώτος όροφος. Ο πιερότος μου είμαι εγώ. Ο δεύτερος όροφος. Οι φίλες μου είμαι εγώ. Τα συναισθήματα, οι ελπίδες, οι φοβίες, οι στεναχώριες, οι χαρές τους. Όλα γυρίζουν, στροβιλίζονται, θολώνουν, πνίγονται. Κι εγώ στη μεση. πάντα στη μέση χορεύοντας και μεθώντας. Δεν υπάρχει διαφυγή.
Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2007
Θλιβερό
Φορ δε ρέκορντ, γι'αυτό το ποστ ευθύνεται το ποστ του Μάνου.
Έχω περιγράψει για τα διάφορα ταξιδάκια που έχω κάνει εδώ, αλλά δεν έχω αναφέρει καθόλου τους ανθρώπους. Πέρα από κάποια σκόρπια ονόματα που δε σας λένε και τίποτα δηλαδή. Δε θα μιλήσω για τη μεταξύ μας σχέση, θα σχολιάσω μόνο ένα γεγονός. Ξέρετε πόσες γυναίκες είναι παρθένες μετά τα 20; Δεν είχα ιδέα! Εκτός από κάποιες ανώνυμες δηλώσεις σε site ψυχολογίας δεν είχα συναντήσει γυναίκα πάνω από 20 χρονών παρθένα. Να, που έπρεπε να φτάσω Ισπανία για να το δω. Και δεν αναφέρομαι βέβαια στις Ισπανίδες. Αυτές μια χαρά ξεπεταγμένες είναι. Οι λοιπές εθνικότητες ομως; Ιταλίδες, Γερμανίδες, Γαλλίδες, Ελληνίδες...
Κι άντε, ας αφήσω κατά μέρος τις παρθένες. Αυτές που λένε ότι έχουν να το κάνουν δύο και τρία χρόνια; Είχαν σχέση λέει και μετά τίποτα. Περιμένουν την επόμενη σχέση. Για εφήμερη σχέση ούτε συζήτηση. Και δεν είναι ότι δε θέλουν ή ότι δεν έχουν ευκαιρίες. Είναι αυτές οι ηλίθιες νοοτροπίες του στιλ "πρέπει να'χει σοβαρό σκοπό για να του κάτσω". Δηλαδή τι; Θα περιμένει να της ζητήσει το χέρι πρώτα; Κι αν δε συμβεί ποτέ αυτό ρε κοπελιά; Δε θα ξανακάνεις σεξ στη ζωή σου; Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς μπορούν να αγνοούν βασικές τους ανάγκες. Πώς μπορούν να αρνούνται να δώσουν στο σώμα τους αυτό που τους ζηταει;
Κι οι άντρες; Οι περισσότεροι, φυσικά, ζητάνε το αναμενόμενο και τίποτα άλλο. Μάλιστα, αν τους δώσεις κάτι παραπάνω θα φύγουν σα κυνηγημένοι λαγοί που είναι. Δεν τις αδικώ λοιπόν - πολύ - εφόσον σε κανέναν δεν αρέσουν οι λαγοί εκτός ίσως ως κατοικίδια ή για να τους φάνε στιφάδο.
Και ρωτάω εγώ τώρα. Τι φοβάστε ρε αγοράκια; Πού είναι το κακό να νοιώσετε 2-3 πράγματα παραπάνω για έναν άνθρωπο έξω απ'τον εαυτό σας; Γιατί ακόμα κι όταν νοιώθετε το αποστρέφεστε;
Και αναρωτιέμαι μόνη μου. Οι άντρες φταίνε; Μπα! Ξέρετε πόσες γυναίκες μου'χουν πει φοβάμαι; Φοβάμαι να ερωτευτώ, φοβάμαι ν'αγαπήσω, φοβάμαι να δεθώ, φοβάμαι να γελάσω, φοβάμαι να κλάψω. Σε κάνει να νοσταλγείς την εποχή που άκουγες μόνο το "φοβάμαι το σκοτάδι". Φοβόμαστε τον πόνο δηλαδή; Αλλά γιατί; Όλοι έχουμε πονέσει κι έχουμε καταλάβει ότι κάποια στιγμή περνάει.
Επομένως, πού είναι το κακό στο να παίρνεις φόρα και να τρέχεις προς τον τοίχο; Θα πέσεις κάτω, θα πονέσεις, θα γελάσεις και θα σηκωθείς. Όχι;
Σιχαίνομαι μία από τις πιο κλασικές απαξιωτικές διεθνείς εκφράσεις των γυναικών:"Άντρες!". Κλασική ερώτηση που κάνω μετά:"γιατί εμείς καλύτερες είμαστε;". Μήπως ποια δεν έχει πληγώσει, δεν έχει βρίσει, δεν έχει φτύσει ποτέ της άντρα; Τα ίδια σκατά - λαγουδάκια - είμαστε όλοι, κι αν το σκεφτόμασταν πιο συχνά ίσως - λέω ίσως - να μην είχαμε αυτό το χάσμα των φύλων.
Άντε στην υγειά σας! Κουράστηκα τώρα...
Έχω περιγράψει για τα διάφορα ταξιδάκια που έχω κάνει εδώ, αλλά δεν έχω αναφέρει καθόλου τους ανθρώπους. Πέρα από κάποια σκόρπια ονόματα που δε σας λένε και τίποτα δηλαδή. Δε θα μιλήσω για τη μεταξύ μας σχέση, θα σχολιάσω μόνο ένα γεγονός. Ξέρετε πόσες γυναίκες είναι παρθένες μετά τα 20; Δεν είχα ιδέα! Εκτός από κάποιες ανώνυμες δηλώσεις σε site ψυχολογίας δεν είχα συναντήσει γυναίκα πάνω από 20 χρονών παρθένα. Να, που έπρεπε να φτάσω Ισπανία για να το δω. Και δεν αναφέρομαι βέβαια στις Ισπανίδες. Αυτές μια χαρά ξεπεταγμένες είναι. Οι λοιπές εθνικότητες ομως; Ιταλίδες, Γερμανίδες, Γαλλίδες, Ελληνίδες...
Κι άντε, ας αφήσω κατά μέρος τις παρθένες. Αυτές που λένε ότι έχουν να το κάνουν δύο και τρία χρόνια; Είχαν σχέση λέει και μετά τίποτα. Περιμένουν την επόμενη σχέση. Για εφήμερη σχέση ούτε συζήτηση. Και δεν είναι ότι δε θέλουν ή ότι δεν έχουν ευκαιρίες. Είναι αυτές οι ηλίθιες νοοτροπίες του στιλ "πρέπει να'χει σοβαρό σκοπό για να του κάτσω". Δηλαδή τι; Θα περιμένει να της ζητήσει το χέρι πρώτα; Κι αν δε συμβεί ποτέ αυτό ρε κοπελιά; Δε θα ξανακάνεις σεξ στη ζωή σου; Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς μπορούν να αγνοούν βασικές τους ανάγκες. Πώς μπορούν να αρνούνται να δώσουν στο σώμα τους αυτό που τους ζηταει;
Κι οι άντρες; Οι περισσότεροι, φυσικά, ζητάνε το αναμενόμενο και τίποτα άλλο. Μάλιστα, αν τους δώσεις κάτι παραπάνω θα φύγουν σα κυνηγημένοι λαγοί που είναι. Δεν τις αδικώ λοιπόν - πολύ - εφόσον σε κανέναν δεν αρέσουν οι λαγοί εκτός ίσως ως κατοικίδια ή για να τους φάνε στιφάδο.
Και ρωτάω εγώ τώρα. Τι φοβάστε ρε αγοράκια; Πού είναι το κακό να νοιώσετε 2-3 πράγματα παραπάνω για έναν άνθρωπο έξω απ'τον εαυτό σας; Γιατί ακόμα κι όταν νοιώθετε το αποστρέφεστε;
Και αναρωτιέμαι μόνη μου. Οι άντρες φταίνε; Μπα! Ξέρετε πόσες γυναίκες μου'χουν πει φοβάμαι; Φοβάμαι να ερωτευτώ, φοβάμαι ν'αγαπήσω, φοβάμαι να δεθώ, φοβάμαι να γελάσω, φοβάμαι να κλάψω. Σε κάνει να νοσταλγείς την εποχή που άκουγες μόνο το "φοβάμαι το σκοτάδι". Φοβόμαστε τον πόνο δηλαδή; Αλλά γιατί; Όλοι έχουμε πονέσει κι έχουμε καταλάβει ότι κάποια στιγμή περνάει.
Επομένως, πού είναι το κακό στο να παίρνεις φόρα και να τρέχεις προς τον τοίχο; Θα πέσεις κάτω, θα πονέσεις, θα γελάσεις και θα σηκωθείς. Όχι;
Σιχαίνομαι μία από τις πιο κλασικές απαξιωτικές διεθνείς εκφράσεις των γυναικών:"Άντρες!". Κλασική ερώτηση που κάνω μετά:"γιατί εμείς καλύτερες είμαστε;". Μήπως ποια δεν έχει πληγώσει, δεν έχει βρίσει, δεν έχει φτύσει ποτέ της άντρα; Τα ίδια σκατά - λαγουδάκια - είμαστε όλοι, κι αν το σκεφτόμασταν πιο συχνά ίσως - λέω ίσως - να μην είχαμε αυτό το χάσμα των φύλων.
Άντε στην υγειά σας! Κουράστηκα τώρα...
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006
Ξύπνα Μαλάκα
Ημέρα 1η:
Έτσι δε λένε οι πανταχού σωτήρες - και φωστήρες - του κόσμου;
-Ξύπνα μαλάκα, ξημέρωσε!
-Ε, και; Και χθες το ίδιο έγινε...
-Ξύπνα, ρε σου λέω. Έχεις πράγματα να δεις, δουλειές να κάνεις, τον κόσμο να σώσεις!
-Ρε φίλε, δε βλέπεις ότι κοιμάμαι; Πάρε το ξυπνητήρι απ'τη μούρη μου πριν στο χώσω πουθενά!
Ημέρα 2η:
-Ξύπνα μαλάκα!
-Άντε πάλι τα ίδια!
-Μια ζωή άχρηστος ήσουνα...(αποδοκιμαστικό ύφος)
-Ε, και τώρα περιμένεις ν'αλλάξω; Ποιος είναι ο μαλάκας απ'τους δυο μας; (αφοπλιστικό)
Ημέρα 3η:
-Ξύ...
-Μη το πεις ρε φίλε! Τσάμπα το σάλιο σου δηλαδή. Άντε να ξυπνήσεις καναν άλλο τώρα..
-Καλά, καληνύχτα... (παραίτηση)
Ημέρα 4η:
.............
......
..
Ημέρα 5η:
THE END
Σημείωση: σύντομα κοντά σας με ταξιδιάρικα νέα! Μια ευγενική χορηγία της erasmus.ae.
Έτσι δε λένε οι πανταχού σωτήρες - και φωστήρες - του κόσμου;
-Ξύπνα μαλάκα, ξημέρωσε!
-Ε, και; Και χθες το ίδιο έγινε...
-Ξύπνα, ρε σου λέω. Έχεις πράγματα να δεις, δουλειές να κάνεις, τον κόσμο να σώσεις!
-Ρε φίλε, δε βλέπεις ότι κοιμάμαι; Πάρε το ξυπνητήρι απ'τη μούρη μου πριν στο χώσω πουθενά!
Ντριιιιν! Ντριιιιν! Ντριιιιν!
Την τύχη μου μέσα!!!Μπουμ!(πάει το ξυπνητήρι)...
Ημέρα 2η:
-Ξύπνα μαλάκα!
-Άντε πάλι τα ίδια!
-Μια ζωή άχρηστος ήσουνα...(αποδοκιμαστικό ύφος)
-Ε, και τώρα περιμένεις ν'αλλάξω; Ποιος είναι ο μαλάκας απ'τους δυο μας; (αφοπλιστικό)
Ημέρα 3η:
-Ξύ...
-Μη το πεις ρε φίλε! Τσάμπα το σάλιο σου δηλαδή. Άντε να ξυπνήσεις καναν άλλο τώρα..
-Καλά, καληνύχτα... (παραίτηση)
Ημέρα 4η:
.............
......
..
Ημέρα 5η:
THE END
Σημείωση: σύντομα κοντά σας με ταξιδιάρικα νέα! Μια ευγενική χορηγία της erasmus.ae.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006
Γιατί ο χρόνος δεν έχει σημασία

Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν και παρατηρούν. Οι ίδιοι άνθρωποι που, ξαφνικά, σα να τους τράνταξε κάτι τα μέσα τους, σηκώνουν τα μάτια και κοιτάνε. Κοιτάνε το δρόμο, τ'αυτοκίνητα, τα δέντρα, τους ανθρώπους, τα σκυλιά. Κοιτάνε, και τα μάτια τους ανοίγουν διάπλατα απ'την έκπληξη: δεν μπορούν να πιστέψουν ό,τι βλέπουν. Ένα φρύδι ανασηκώνεται, αμφιβάλλει για κάτι. Υπάρχουν άνθρωποι που για να καταλάβουν θέλουν να αγγίξουν, να μυρίσουν, να γευτούν. Πλησιάζουν το δέντρο και τ'ακουμπούν, το χαϊδεύουν κι αναρωτιούνται ακόμα: υπάρχει;
Είναι κάποιοι άνθρωποι που δε σκέφτονται πριν πράξουν. Τα πόδια τους έχουν δική τους θέληση, τα χέρια τους κι αυτά, κι ίσως πολλές φορές δε συμβαδίζει το πάνω με το κάτω. Πέφτουν συχνά, και μπορεί να γελάνε. Βλέπουν ένα σκυλί και το χέρι απλώνεται πριν καν δώσει σήμα ο εγκέφαλος - είναι επικίνδυνο;θα με δαγκώσει;είναι άρρωστο; - και το χαϊδεύει και χώνει τη μουσούδα του στο απαλό του τρίχωμα, το μυρίζει και αγαλλιάζει. Ο εγκέφαλος δεν πρόλαβε καν ν'ανησυχήσει. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, κάποιες φορές σκέφτονται πολύ καλά πριν κάνουν κάτι. Ίσως τόσο πολύ, που βλέπεις το χέρι τους να αποκολλάται αργά-αργά απ'το πλευρό τους, να κάνει μια ημικίνηση και να επανέρχεται σπασμωδικά στο πλευρό - σα να μετάνιωσε.
Κάποιες φορές περπατούν, και δε βλέπουν. Έχουν μάτια, τα οποία όμως κοιτάνε από μέσα προς τα έξω. Βλέπουν το δρόμο - πεντακάθαρα - πριν απ'αυτόν όμως περπατούν άνθρωποι-σκιές κατά μήκος της ματιάς τους. Σαν ένα φασματικό παραπέτασμα που υπάρχει ανάμεσα σ'αυτούς και τον πραγματικό κόσμο. Αν προσπαθήσουν να εστιάσουν εσωτερικά, γιατί αυτό τους υπαγορεύει το ένστικτο, τότε ο δρόμος γίνεται μια θολή γκρίζα ομίχλη και επανέρχεται για να τους βοηθήσει. Σ'αυτά τα δευτερόλεπτα όμως ο προσανατολισμός έχει χαθεί: πού παω; τι ήθελα να κάνω; δεξιά ή αριστερά; πού βρίσκομαι; Κουνάνε το κεφάλι, κάνουν μερικά βήματα - προς τη λάθος κατεύθυνση - θυμούνται, και συνεχίζουν στη σωστή πορεία. Ίσως να χαμογελούν κιόλας καθώς το σκέφτονται.
Σας θυμίζει κάτι; Κι εγώ άνθρωπος είμαι:)
Τι διάβαζα καθώς σκεφτόμουν αυτά και καρδιοχτυπούσα;(κλικ στην εικόνα για να μάθετε)
Είναι κάποιοι άνθρωποι που δε σκέφτονται πριν πράξουν. Τα πόδια τους έχουν δική τους θέληση, τα χέρια τους κι αυτά, κι ίσως πολλές φορές δε συμβαδίζει το πάνω με το κάτω. Πέφτουν συχνά, και μπορεί να γελάνε. Βλέπουν ένα σκυλί και το χέρι απλώνεται πριν καν δώσει σήμα ο εγκέφαλος - είναι επικίνδυνο;θα με δαγκώσει;είναι άρρωστο; - και το χαϊδεύει και χώνει τη μουσούδα του στο απαλό του τρίχωμα, το μυρίζει και αγαλλιάζει. Ο εγκέφαλος δεν πρόλαβε καν ν'ανησυχήσει. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι, κάποιες φορές σκέφτονται πολύ καλά πριν κάνουν κάτι. Ίσως τόσο πολύ, που βλέπεις το χέρι τους να αποκολλάται αργά-αργά απ'το πλευρό τους, να κάνει μια ημικίνηση και να επανέρχεται σπασμωδικά στο πλευρό - σα να μετάνιωσε.
Κάποιες φορές περπατούν, και δε βλέπουν. Έχουν μάτια, τα οποία όμως κοιτάνε από μέσα προς τα έξω. Βλέπουν το δρόμο - πεντακάθαρα - πριν απ'αυτόν όμως περπατούν άνθρωποι-σκιές κατά μήκος της ματιάς τους. Σαν ένα φασματικό παραπέτασμα που υπάρχει ανάμεσα σ'αυτούς και τον πραγματικό κόσμο. Αν προσπαθήσουν να εστιάσουν εσωτερικά, γιατί αυτό τους υπαγορεύει το ένστικτο, τότε ο δρόμος γίνεται μια θολή γκρίζα ομίχλη και επανέρχεται για να τους βοηθήσει. Σ'αυτά τα δευτερόλεπτα όμως ο προσανατολισμός έχει χαθεί: πού παω; τι ήθελα να κάνω; δεξιά ή αριστερά; πού βρίσκομαι; Κουνάνε το κεφάλι, κάνουν μερικά βήματα - προς τη λάθος κατεύθυνση - θυμούνται, και συνεχίζουν στη σωστή πορεία. Ίσως να χαμογελούν κιόλας καθώς το σκέφτονται.
Σας θυμίζει κάτι; Κι εγώ άνθρωπος είμαι:)
Τι διάβαζα καθώς σκεφτόμουν αυτά και καρδιοχτυπούσα;(κλικ στην εικόνα για να μάθετε)
Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2006
Στατικότητα
Παρατηρούσα ένα γεράκο, πολύ συμπαθητικό, στο απέναντι μπαλκόνι να καθαρίζει τα παπούτσια του με μια μαύρη βούρτσα. Θυμάμαι, χωρίς προφανή λόγο, το πέταγμα των γλάρων στην ουρά του πλοίου που μ’ έφερνε πίσω στην Αθήνα και στην πραγματικότητα. Τέτοιες εικόνες βλέπω καθημερινά, και – δεν ξέρω γιατί – με ελκύουν πολύ. Αν ήμουν φωτογράφος θα τις φυλάκιζα στο φιλμ μου. Αν ήμουν ζωγράφος θα τις αποτύπωνα στον καμβά μου. Όμως δε διακρίνομαι για το ταλέντο μου σ’ αυτές τις τέχνες. Σκέφτομαι λοιπόν, να χρησιμοποιήσω αυτό που ξέρω να κάνω καλά, αυτό που πηγάζει από μέσα μου χωρίς να το καλέσω. Θέλω να τις γράψω αυτές τις εικόνες. Όμως οι λέξεις, μέσα στην πολυπλοκότητα και την ομορφιά τους, είναι ολοζώντανες και δυσκολεύονται να συλλάβουν μια στατική εικόνα.
Τι κάνω λοιπόν – εγώ, η εν δυνάμει συγγραφέας – απ’ το να νοιώθω ανήμπορη μπροστά στην απλότητα που ξετυλίγεται γύρω μου; Πώς μπορώ να περιγράψω την αδράνεια, την ακαμψία; Πώς γίνεται να αποφύγω τα ρήματα κίνησης, να στερήσω τα όντα απ’ τη δράση τους ώστε να προλάβω να τα συλλαβίσω; Ένα ηλιοβασίλεμα μπορεί ν’ αποτυπωθεί ως μορφή πολύ πιο επιτυχημένα απ’ όσο με λέξεις. Η γλώσσα πλάθεται και μετασχηματίζεται καθημερινώς κι αδιαλείπτως. Δεν κάνει διακρίσεις φύλου ή φύλλου ή φίλου. Δεν τη νοιάζει αν είσαι μορφωμένος ή απαίδευτος, τη νοιάζει μόνο η εφευρητικότητά σου. «Είμαι άμορφος πηλός στα χέρια σου, τολμηρέ γλύπτη», σου λέει. Κι εσύ απαντάς με δίφθογγους, με συλλαβές και μουρμουρίσματα.
Ένας γλυκύτατος γεράκος καθαρίζει το παπούτσι του, κι εγώ πιστεύω ότι αξίζει ν’ αναφερθεί – έστω κι από μένα. Σε ασπρόμαυρο φόντο θα έβρισκε την αξία του, λυπάμαι που δεν μπορώ να του τη χαρίσω. Ίσως κι εκείνος σκέφτεται τα γλαρόπουλα και πώς χειραγωγούν (φτεραγωγούν) τον άνεμο προς όφελός τους. Μπορεί ο γλάρος που φωτογράφιζε ο φίλος Γιάννης εκείνη τη μέρα να σκεφτόταν τη λιχουδιά που κρυβόταν στους αφρούς της θάλασσας, δίχως ποτέ να καταλάβει πόσο θέλουμε να πετάξουμε. Δίχως ποτέ να καταλάβει γιατί ένας γεράκος θα τον σκεφτόταν με νοσταλγία ή γιατί εγώ θα προσπαθούσα να κλείσω σε λέξεις την πτήση του.
Τι κάνω λοιπόν – εγώ, η εν δυνάμει συγγραφέας – απ’ το να νοιώθω ανήμπορη μπροστά στην απλότητα που ξετυλίγεται γύρω μου; Πώς μπορώ να περιγράψω την αδράνεια, την ακαμψία; Πώς γίνεται να αποφύγω τα ρήματα κίνησης, να στερήσω τα όντα απ’ τη δράση τους ώστε να προλάβω να τα συλλαβίσω; Ένα ηλιοβασίλεμα μπορεί ν’ αποτυπωθεί ως μορφή πολύ πιο επιτυχημένα απ’ όσο με λέξεις. Η γλώσσα πλάθεται και μετασχηματίζεται καθημερινώς κι αδιαλείπτως. Δεν κάνει διακρίσεις φύλου ή φύλλου ή φίλου. Δεν τη νοιάζει αν είσαι μορφωμένος ή απαίδευτος, τη νοιάζει μόνο η εφευρητικότητά σου. «Είμαι άμορφος πηλός στα χέρια σου, τολμηρέ γλύπτη», σου λέει. Κι εσύ απαντάς με δίφθογγους, με συλλαβές και μουρμουρίσματα.
Ένας γλυκύτατος γεράκος καθαρίζει το παπούτσι του, κι εγώ πιστεύω ότι αξίζει ν’ αναφερθεί – έστω κι από μένα. Σε ασπρόμαυρο φόντο θα έβρισκε την αξία του, λυπάμαι που δεν μπορώ να του τη χαρίσω. Ίσως κι εκείνος σκέφτεται τα γλαρόπουλα και πώς χειραγωγούν (φτεραγωγούν) τον άνεμο προς όφελός τους. Μπορεί ο γλάρος που φωτογράφιζε ο φίλος Γιάννης εκείνη τη μέρα να σκεφτόταν τη λιχουδιά που κρυβόταν στους αφρούς της θάλασσας, δίχως ποτέ να καταλάβει πόσο θέλουμε να πετάξουμε. Δίχως ποτέ να καταλάβει γιατί ένας γεράκος θα τον σκεφτόταν με νοσταλγία ή γιατί εγώ θα προσπαθούσα να κλείσω σε λέξεις την πτήση του.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 28, 2006
Μικρό διάλειμμα για λίγο...Συναισθηματικό Επίδεσμο
Όταν μου μίλησες για πρώτη φορά για τον πόνο σου, ήθελα να κλείσω τα αυτιά μου. Ήθελα να σε φιμώσω, να σε κάνω να το βουλώσεις. Όταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να γλιτώσω από τις αλήθειες σου, ήθελα να σε πονέσω, να σου κάνω κακό. Πώς γίνεται να μιλάς τόσο ανοιχτά για τα βιώματά σου, για τις εμπειρίες σου; Πώς είναι δυνατόν να μου εμπιστεύεσαι τόσο προσωπικά δεδομένα της ζωής σου; Πώς ήξερες ότι θα τα κρατούσα για μένα, ότι δε θα τα μοιραζόμουν, ότι δε θα κουτσομπόλευα πίσω απ’ την πλάτη σου τα όσα μου διηγήθηκες; Είπα: «τέτοια τυφλή εμπιστοσύνη; Δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα» ή «τέτοια αθωότητα!» ή «πρέπει να είμαι πολύ γαμάτος άνθρωπος τελικά».
Πολύ αργότερα, κατάλαβα ότι δεν εμπιστευόσουν εμένα αλλά τον εαυτό σου. Δε σε πείραζε να ανοιχτείς γιατί δε φοβόσουν να πληγωθείς. Ήθελες να μοιραστώ τα όσα έμαθα από σένα με άλλους, φίλους και εχθρούς. Με χρησιμοποίησες, και εμένα αλλά και όποιον είχε την α-τυχία να σε γνωρίσει, ως κοινωνούς της διδαχής σου. Τι εγωισμός, ω λόρδε, να πιστεύεις ότι μπορείς να διδάξεις; Ήταν όμως εγωισμός ή αυτεπίγνωση; Ξέρεις κάτι που δεν ξέρω; Έχεις αγγίξει την τελειότητα; Όχι, ούτε καν την ακούμπησες. Αλλά ούτε σ’ ενδιέφερε και ποτέ.
Ίσως η τελειότητα να μην υπάρχει ή να μην αξίζει. Ίσως να είναι αδυναμία κι όχι δύναμη. Ίσως πάλι ποτέ να μη σκέφτηκες τα όσα σκέφτηκα και απλά να τρελαίνομαι. Ίσως αυτό που χρειαζόσουν να ήταν κάτι χειροπιαστό: όπως ένας επίδεσμος που τον κρατάει ένα χέρι λυτρωτικό. Αυτό το ίδιο χέρι που θα μπορούσε να μπει στην καρδιά σου – εκείνη που πάλλεται και σου χαρίζει τη ζωή σου – και να την ξεριζώσει. Ή απλά θα άφηνε τον επίδεσμο μέσα σου και θα περίμενε να αποφασίσεις, μόνος κι αβοήθητος, ποια πληγή πρέπει να κλείσει. Είτε να έκανε λάθος – το χέρι δεν είναι θεός – και να κάλυπτε όχι την πληγή αλλά την πνοή της ζωής σου.
Κάθισα και σκέφτηκα, γιατί αυτό ξέρω να κάνω καλύτερα, γιατί σκέφτομαι. Δεν έχει νόημα να σκέφτομαι αν παράγω ζιζάνια της νόησης. Τροχοπέδες της διάνοιας. Κάθισα και σκέφτηκα πως ό,τι κάνω είναι ανούσιο, μάταιο. Και μετά ξανασκέφτηκα, γιατί αυτό ξέρω να κάνω κάλλιστα, ότι κάπου εδώ είναι κρυμμένη κι ολοφάνερη η ομορφιά. Η ομορφιά όχι η αλήθεια. Με την αλήθεια δε λυτρώνεσαι, απλά ηρεμείς. Με την ομορφιά όμως…δε θέλω να την αναλύσω θ’ ασχημύνει.
Κατάλαβα γιατί σιχαινόμουν παλιότερα τις ερωτικές ιστορίες – όχι τις τσόντες, τις άλλες τις δακρύβρεχτες. Ήταν, μάλλον, γιατί τρόμαζα στην ιδέα του να με ελέγχει κάποιος συναισθηματικά. Συνειδητοποίησα γιατί κάποτε δεν τρόμαζα με ιστορίες τρόμου. Δεν ήξερα πώς να βιώσω το συναίσθημα, πώς να αναριγήσω από φόβο. Δε δειλιάζω στο θάνατο, δεν τρέμω στη ζωή. Αυτό δε με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Με κάνει άνθρωπο.
Κάθισα και σκέφτηκα ότι δε σε χρειάζομαι, ούτε και κανέναν άλλο. Αυτό με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα όταν βρίσκομαι κοντά σου. Δε σ’ έχω ανάγκη δίπλα μου, αλλά θα ‘θελα να περπατάμε χέρι-χέρι όσο αισθανόμαστε ακόμη.
Την τελευταία φορά που μου μίλησες για τον πόνο σου δεν αισθάνθηκα περισσότερη αγάπη για σένα. Αγάπησα όμως τον εαυτό μου, και γι αυτό σ’ ευχαριστώ. Όχι γιατί μου άνοιξες τα μάτια, αλλά γιατί όταν σου γύρισα την πλάτη αναγκάστηκα να κοιτάξω εμένα. Όταν θα σε κοιτάζω θα σκέφτομαι πάντα εμένα. Όταν θα με κοιτάζω μπορεί να σκέφτομαι κι εσένα.
Ίσως η τελειότητα να μην υπάρχει ή να μην αξίζει. Ίσως να είναι αδυναμία κι όχι δύναμη. Ίσως πάλι ποτέ να μη σκέφτηκες τα όσα σκέφτηκα και απλά να τρελαίνομαι. Ίσως αυτό που χρειαζόσουν να ήταν κάτι χειροπιαστό: όπως ένας επίδεσμος που τον κρατάει ένα χέρι λυτρωτικό. Αυτό το ίδιο χέρι που θα μπορούσε να μπει στην καρδιά σου – εκείνη που πάλλεται και σου χαρίζει τη ζωή σου – και να την ξεριζώσει. Ή απλά θα άφηνε τον επίδεσμο μέσα σου και θα περίμενε να αποφασίσεις, μόνος κι αβοήθητος, ποια πληγή πρέπει να κλείσει. Είτε να έκανε λάθος – το χέρι δεν είναι θεός – και να κάλυπτε όχι την πληγή αλλά την πνοή της ζωής σου.
Κάθισα και σκέφτηκα, γιατί αυτό ξέρω να κάνω καλύτερα, γιατί σκέφτομαι. Δεν έχει νόημα να σκέφτομαι αν παράγω ζιζάνια της νόησης. Τροχοπέδες της διάνοιας. Κάθισα και σκέφτηκα πως ό,τι κάνω είναι ανούσιο, μάταιο. Και μετά ξανασκέφτηκα, γιατί αυτό ξέρω να κάνω κάλλιστα, ότι κάπου εδώ είναι κρυμμένη κι ολοφάνερη η ομορφιά. Η ομορφιά όχι η αλήθεια. Με την αλήθεια δε λυτρώνεσαι, απλά ηρεμείς. Με την ομορφιά όμως…δε θέλω να την αναλύσω θ’ ασχημύνει.
Κατάλαβα γιατί σιχαινόμουν παλιότερα τις ερωτικές ιστορίες – όχι τις τσόντες, τις άλλες τις δακρύβρεχτες. Ήταν, μάλλον, γιατί τρόμαζα στην ιδέα του να με ελέγχει κάποιος συναισθηματικά. Συνειδητοποίησα γιατί κάποτε δεν τρόμαζα με ιστορίες τρόμου. Δεν ήξερα πώς να βιώσω το συναίσθημα, πώς να αναριγήσω από φόβο. Δε δειλιάζω στο θάνατο, δεν τρέμω στη ζωή. Αυτό δε με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Με κάνει άνθρωπο.
Κάθισα και σκέφτηκα ότι δε σε χρειάζομαι, ούτε και κανέναν άλλο. Αυτό με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα όταν βρίσκομαι κοντά σου. Δε σ’ έχω ανάγκη δίπλα μου, αλλά θα ‘θελα να περπατάμε χέρι-χέρι όσο αισθανόμαστε ακόμη.
Την τελευταία φορά που μου μίλησες για τον πόνο σου δεν αισθάνθηκα περισσότερη αγάπη για σένα. Αγάπησα όμως τον εαυτό μου, και γι αυτό σ’ ευχαριστώ. Όχι γιατί μου άνοιξες τα μάτια, αλλά γιατί όταν σου γύρισα την πλάτη αναγκάστηκα να κοιτάξω εμένα. Όταν θα σε κοιτάζω θα σκέφτομαι πάντα εμένα. Όταν θα με κοιτάζω μπορεί να σκέφτομαι κι εσένα.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2006
Καταλήγει κάπου το ταξίδι (μέρος 3ο);
Λοιπόν, οι μέρες κυλούσαν όμορφα με εναλλαγές έντασης και ηρεμίας. Ως υπερασπιστής της ισορροπίας δεν μπορούσα παρά να εκτιμήσει αυτές τις αντιθέσεις. 14 Αυγούστου φεύγουν η Νανσούλα κι ο Ανέξανδρος - που στη γαλλική το κόμπιασμά του ακούγεται πολύ πιο όμορφο - παρέα και απομένουμε εγώ κι η Μαριλού. Είχαμε ένα σχετικό σχέδιο: θα πηγαίναμε Νάξο στις 15, στις 16 θα συνατούσαμε εκεί τον Κωστάκη και όλοι μαζί θα φεύγαμε για Κουφονήσι(μικρό), Ηρακλειά, Σχινούσα, Δονούσα...όπου τέλος των πάντων μας ερχόταν η έμπνευση να πάμε. Τη μέρα που θα φεύγαμε από Αμοργό διασκεδάζαμε υπερβολικά. Σε σημείο να μη θέλουμε να φύγουμε απ'το νησί και να'μαστε έτοιμες ν'αλλάξουμε τα εισιτήριά μας. Έλα όμως που εγώ δεν είχα πάει στο καινούριο μου μέρος για το καλοκαίρι του 2006. Σημείωση: πάντα θέλω να βλέπω κι ένα καινούριο μέρος. Αμοργό είχα πάει και πέρυσι.Η Μαίρη-Λου όμως είχε πάει Σαντορίνη, οπότε δεν είχε πρόβλημα. Είχε και παρεξηγημένη τη Νάξο...Ας μην πολυλογώ, η ζυγαριά έγερνε κι απ'τις δύο πλευρές και δεν έλεγε ν'αποκατασταθεί η ηρεμία της. Καθώς έχει φτάσει βράδυ πια και με το ούζο και τη συζήτηση να έχουν "αλαφρύνει" το κεφάλι μας, σηκωνόμαστε μες στην τρελλή ενέργεια, τρέχουμε στο camping, συμμαζεύουμε σκηνές και μπογαλάκια στα σκοτάδια (εγώ να κουτουλάω σα μπεκρής στο ίδιο σημείο ξανά και ξανά) και τρέχουμε να αποχαιρετήσουμε τα παιδιά και να προλάβουμε το λεωφορείο από Αιγιάλη στα Κατάπολα.
Πολύ σύντομα για τα γούστα μας (νυστάζαμε απίστευτα) φτάσαμε πρωί-πρωί στην όμορφη Νάξο. "Ωραία", λέμε, "και τώρα, τι;". Οι κλασσικοί ντόπιοι τυπάδες έτοιμοι ν'αρπάξουν κάθε ανυποψίαστο τουρίστα, μας κουνάνε ταμπελίτσες για το camping ή το ξενοδοχείο στο οποίο εργάζονταν. Είχαμε ακούσει για Αγία Άννα εμείς, και αυθαίρετα υποθέσαμε ότι έτσι θα λέγανε και το camping που μας πρότειναν. Αφού καταλάβαμε το λάθος μας, αφήσαμε την Τύχη ν'αποφασίσει και μπήκαμε στο βανάκι του τρόμου εν ονόματει "Πλάκα". Η θεά-τύχη μας αντάμοιψε: καθαρό, ήσυχο, με πολλές θέσεις υπό σκιάν κλπ. Πανάκριβο βέβαια αλλά τι να κάνεις; Ξεραθήκαμε στον ύπνο!
Ξυπνήσαμε, πήγαμε για μια γρήγορη βουτιά - όπου ανακαλύψαμε την προέλευση του ονόματος της περιοχής - και μετά για γνωριμία με το κέντρο της νήσου. Φώτα παντού, κόσμος να ξεχύνεται από κάθε στροφή και τα δύο κοπελούδια μες στην τρελλή χαρά που η απόφασή τους φαινόταν ν'αποδίδει καρπούς. Στρίβαμε τυχαία σε κάθε γωνιά, περιεργαζόμασταν μαγαζάκια (τουριστικά και άλλα) στο διάβα μας και για κάποιο λόγο το χαμόγελο δεν έλεγε ν'αφήσει τα χείλη μας. Μια - ή και δυο - ανηφοριές μας οδήγησαν κατά τύχη στο κάστρο. Κάθε στροφή και μια νέα περιπέτεια στο μυαλό μας, καθώς είχαμε συντροφιά τον παιδαριώδη ενθουσιασμό μας. Κάτω από στοές, ακολουθώντας το λιγοστό τεχνητό φως αλλά πάντα με οδηγό το φυσικό φως της σελήνης, γνωριστήκαμε με κάθε πέτρα του ένδοξου παρελθόντος, με κάθε χάλασμα των μισογκρεμισμένων (ή μισοκτισμένων, όπως προτιμάτε) κτισμάτων. Συστηθήκαμε με τα σκαριφήματα των βενετσιάνων τεχνουργών, είπαμε φανταστικές και χαζές ιστορίες. Αυτό που ήθελα όμως να κάνω, σαν πεντάχρονο που είμαι κατά βάθος, ήταν να χτυπήσω αυτά τα περίτεχνα χερούλια που υπήρχαν σε κάθε πόρτα. Η Μαίρη-Λου μ'επανέφερε στην τάξη, αλλά μ'άφησε να βγάλω το άχτι μου στη θύρα της αρχαιολογικής εφορίας όπου δε θα ενοχλούσα κανέναν.
Αποκαμωμένες αλλά πάντα ενθουσιώδεις, καταλήγουμε σ'ένα ροκάδικο. Πριν μπούμε, έπαιζε συνέχεια alternative. Όταν μπήκαμε το γύρισε σε κλασική ροκ. Γκαντεμιά; Με κυκλωτικές κινήσεις μάς την έπεσαν δύο δεκαεπτάχρονα. Κι ας επέμεναν αυτοί ότι είναι 19 και 19,5. Γλύκα, δε λέω, αλλά το ένα φορούσε και σιδεράκια! Έλεος! Ευχάριστα περάσαμε πάντως, ακόμα κι όταν μας θύμωσαν που μας είδαν σε άλλο μπαράκι αργότερα:))
Νάνι γρήγορα(στις 6 το πρωί), γιατί αύριο είναι μια καινούρια μέρα γεμάτη συγκινήσεις! Περιμέναμε τον Κώστα και το Μίλτο - τον οποίο απίστευτο άνθρωπο δεν είχα γνωρίσει εγώ ακόμα.
Πολύ σύντομα για τα γούστα μας (νυστάζαμε απίστευτα) φτάσαμε πρωί-πρωί στην όμορφη Νάξο. "Ωραία", λέμε, "και τώρα, τι;". Οι κλασσικοί ντόπιοι τυπάδες έτοιμοι ν'αρπάξουν κάθε ανυποψίαστο τουρίστα, μας κουνάνε ταμπελίτσες για το camping ή το ξενοδοχείο στο οποίο εργάζονταν. Είχαμε ακούσει για Αγία Άννα εμείς, και αυθαίρετα υποθέσαμε ότι έτσι θα λέγανε και το camping που μας πρότειναν. Αφού καταλάβαμε το λάθος μας, αφήσαμε την Τύχη ν'αποφασίσει και μπήκαμε στο βανάκι του τρόμου εν ονόματει "Πλάκα". Η θεά-τύχη μας αντάμοιψε: καθαρό, ήσυχο, με πολλές θέσεις υπό σκιάν κλπ. Πανάκριβο βέβαια αλλά τι να κάνεις; Ξεραθήκαμε στον ύπνο!
Ξυπνήσαμε, πήγαμε για μια γρήγορη βουτιά - όπου ανακαλύψαμε την προέλευση του ονόματος της περιοχής - και μετά για γνωριμία με το κέντρο της νήσου. Φώτα παντού, κόσμος να ξεχύνεται από κάθε στροφή και τα δύο κοπελούδια μες στην τρελλή χαρά που η απόφασή τους φαινόταν ν'αποδίδει καρπούς. Στρίβαμε τυχαία σε κάθε γωνιά, περιεργαζόμασταν μαγαζάκια (τουριστικά και άλλα) στο διάβα μας και για κάποιο λόγο το χαμόγελο δεν έλεγε ν'αφήσει τα χείλη μας. Μια - ή και δυο - ανηφοριές μας οδήγησαν κατά τύχη στο κάστρο. Κάθε στροφή και μια νέα περιπέτεια στο μυαλό μας, καθώς είχαμε συντροφιά τον παιδαριώδη ενθουσιασμό μας. Κάτω από στοές, ακολουθώντας το λιγοστό τεχνητό φως αλλά πάντα με οδηγό το φυσικό φως της σελήνης, γνωριστήκαμε με κάθε πέτρα του ένδοξου παρελθόντος, με κάθε χάλασμα των μισογκρεμισμένων (ή μισοκτισμένων, όπως προτιμάτε) κτισμάτων. Συστηθήκαμε με τα σκαριφήματα των βενετσιάνων τεχνουργών, είπαμε φανταστικές και χαζές ιστορίες. Αυτό που ήθελα όμως να κάνω, σαν πεντάχρονο που είμαι κατά βάθος, ήταν να χτυπήσω αυτά τα περίτεχνα χερούλια που υπήρχαν σε κάθε πόρτα. Η Μαίρη-Λου μ'επανέφερε στην τάξη, αλλά μ'άφησε να βγάλω το άχτι μου στη θύρα της αρχαιολογικής εφορίας όπου δε θα ενοχλούσα κανέναν.
Αποκαμωμένες αλλά πάντα ενθουσιώδεις, καταλήγουμε σ'ένα ροκάδικο. Πριν μπούμε, έπαιζε συνέχεια alternative. Όταν μπήκαμε το γύρισε σε κλασική ροκ. Γκαντεμιά; Με κυκλωτικές κινήσεις μάς την έπεσαν δύο δεκαεπτάχρονα. Κι ας επέμεναν αυτοί ότι είναι 19 και 19,5. Γλύκα, δε λέω, αλλά το ένα φορούσε και σιδεράκια! Έλεος! Ευχάριστα περάσαμε πάντως, ακόμα κι όταν μας θύμωσαν που μας είδαν σε άλλο μπαράκι αργότερα:))
Νάνι γρήγορα(στις 6 το πρωί), γιατί αύριο είναι μια καινούρια μέρα γεμάτη συγκινήσεις! Περιμέναμε τον Κώστα και το Μίλτο - τον οποίο απίστευτο άνθρωπο δεν είχα γνωρίσει εγώ ακόμα.
Ναι, ναι, συνεχίζεται...
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2006
Εξώφυλλο ανοιχτό και ταξίδι ονειρικό (μέρος 2ο)
Παιχνίδια με λέξεις και μπύρες στο χέρι, μπορούν να μετατρέψουν ένα καταστροφικό ταξίδι σε ανεκτό. Ποτέ δε μου άρεσαν αυτά τα "καταμαράν". Έχουν αεροπορικές θέσεις, κουνάνε πολύ, δεν έχουν σαλονάκι και δεν υπάρχουν τέσσερις θέσεις μαζί (ε, τι να κάνουμε τέσσερις ήμαστε όχι τρεις). Τα μόνα εξώφυλλα που ανοίγουν ανήκουν σε σταυρόλεξο - μπλιαχ! - και στο βιβλίο αρχαιολογίας της μιας "παράλυτης". Κάνω ανάγνωση και, εκτός απ' την αρχαιολόγο μας, μαθαίνουμε κι εγώ και όσοι δύσμοιροι συνταξιδιώτες βρίσκονταν αρκετά κοντά μου.
Παρέα με τον πρωινό καφέ ανοίγουν και τα βιβλία. Είναι ακόμα περίοδος προσαρμογής και συντονισμού στις διακοπές. Ανοίγω τη φάρμα και βυθίζομαι, καθώς η Μαίρη-Λου ανοίγει το Στοίχημα της Φλάνδρας. Διάλειμμα για ουίστ (ένα αγγλικό παιχνίδι με τράπουλα). Συναγωνίζομαι την Kallia_kouda.gr για την τελευταία θέση καθώς η Νηρηίδα βγαίνει πρώτη και με διαφορά.
Για κάποιο περίεργο λόγο όλοι ενθουσιάζονται που διαβάζω τη Φάρμα των Ζώων αλλά με επιπλήττουν κιόλας που δεν το είχα κάνει πιο παλιά. Μα, το διαβάζω, πού το πρόβλημα; Κι η Κάλλια διαβάζει κάτι, δε θυμάμαι όμως τι. Οι μέρες περνούν κι έχω αρχίσει να βαριέμαι το βιβλίο μου. Φταίει, βέβαια, και το γεγονός ότι διασκεδάζω απίστευτα και δεν έχω το χρόνο και τη διάθεση ν' ασχοληθώ διεξοδικά μαζί του. Αλλά, η μετάφραση είναι χάλια. Πέρα από τα ονόματα που ακούγονται αστεία - Χιονόμπαλας και Τσιριχτούλης (που αργότερα προάγεται σε Τσιρίδα) - αθλιότητα! Είναι όμως ιστορία με ζωάκια, συμβολική, και βαθιά πολιτική: πρέπει να το συνεχίσω, μόνη μου το επέλεξα άλλωστε.
Η Μαριλένα μοιάζει σα να μελετάει βιβλίο σχολικό, εφόσον επιστρέφει σε προηγούμενες σελίδες για αναφορά και για να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ατάκες του τύπου "Το γεράκι της Φλάνδρας", "Το στοίχημα της Μάλτας", "Κόρτο Φλανδρέζε" κλπ δίνουν και παίρνουν. Κάπου εδώ θα'πρεπε να αναφέρω ότι την Κάλλια αντικατέστησε ο Ανέστης-Αλέξανδρος-Ανέξανδρος-Άιφελ και οι διακοπές συνεχίζονται.
Για κάποιο περίεργο λόγο όλοι ενθουσιάζονται που διαβάζω τη Φάρμα των Ζώων αλλά με επιπλήττουν κιόλας που δεν το είχα κάνει πιο παλιά. Μα, το διαβάζω, πού το πρόβλημα; Κι η Κάλλια διαβάζει κάτι, δε θυμάμαι όμως τι. Οι μέρες περνούν κι έχω αρχίσει να βαριέμαι το βιβλίο μου. Φταίει, βέβαια, και το γεγονός ότι διασκεδάζω απίστευτα και δεν έχω το χρόνο και τη διάθεση ν' ασχοληθώ διεξοδικά μαζί του. Αλλά, η μετάφραση είναι χάλια. Πέρα από τα ονόματα που ακούγονται αστεία - Χιονόμπαλας και Τσιριχτούλης (που αργότερα προάγεται σε Τσιρίδα) - αθλιότητα! Είναι όμως ιστορία με ζωάκια, συμβολική, και βαθιά πολιτική: πρέπει να το συνεχίσω, μόνη μου το επέλεξα άλλωστε.
Η Μαριλένα μοιάζει σα να μελετάει βιβλίο σχολικό, εφόσον επιστρέφει σε προηγούμενες σελίδες για αναφορά και για να ανακαλύψει το δολοφόνο. Ατάκες του τύπου "Το γεράκι της Φλάνδρας", "Το στοίχημα της Μάλτας", "Κόρτο Φλανδρέζε" κλπ δίνουν και παίρνουν. Κάπου εδώ θα'πρεπε να αναφέρω ότι την Κάλλια αντικατέστησε ο Ανέστης-Αλέξανδρος-Ανέξανδρος-Άιφελ και οι διακοπές συνεχίζονται.
Και δε θα υπάρξει συνέχεια γιατί δε μ'αρέσουν αυτά που γράφω
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 06, 2006
Εξώφυλλο ανοιχτό και ταξίδι ονειρικό(μέρος 1ο)
Προσπαθώ να ησυχάσω την καρδιά μου μετά το σοκ της κουβέρτας και της γαμισομηχανής. Βρίσκομαι στην Αθήνα μετά από ένα μήνα ομηρικής κατάστασης στην αποπνικτική Λάρισα. Κοιτάζω το βιβλίο (βλ. δύο posts παρακάτω) και δεν ξέρω ακόμα πώς νοιώθω. Το παθαίνω συχνά, να μην μπορώ ν'αποφασίσω τι αισθάνομαι. Ξαναδιαβάζω την τελευταία φράση: τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου; Ερώτηση παγίδα. Εδώ δεν ξέρω τι θα'κανα εγώ στη δική μου..
Σαββατοκύριακο στον Ωρωπό, προδόρπιο διακοπών. Ανοίγω το ΔΙΑΒΑΖΩ και τσεκάρω τις τελευταίες κυκλοφορίες, τα νέα της λογοτεχνικής σκηνής (αλήθεια, μπορώ να το πω αυτό;). Αφιέρωμα στα ταξιδιάρικα βιβλία. Ταιριαστό.
Δευτέρα μεσημέρι, αναμένοντας τις κοπέλες στο λιμάνι. Έχω πάρει αρκετά βιβλιαράκια μαζί μου: Η φάρμα των ζώων, Η Γεροντοκόρη, 2001 Οδύσσεια, Βίοι Αγίων-Γώργος Ιωάννου, Το Ταχυδρομείο, το ΔΙΑΒΑΖΩ και ένα καινούριο τετραδιάκι προς συγγραφή. Βγάζω τη φάρμα από το σάκο και περιεργάζομαι το εξώφυλλο. Δε μου αρέσει πολύ. Η έκδοση είναι πολύ παλιά, το μέγεθος όχι και τόσο ικανοποιητικό. Δεν τ'ανοίγω, μόνο βάζω τ'ακουστικά κι κουνάω ρυθμικά το πόδι συναρτήσει των Placebo (α ρε Brian!). Ένα σκυλάκι με γυροφέρνει αλλά δεν πλησιάζει να το χαιδέψω. Ίσως κόλλησε ανθρώπινη αποστασιοποίηση και αντικοινωνικότητα. Τρομερό μικρόβιο!
Καταφθάνουν οι φίλες μου - ζηλεύω τον καφέ τους, ο δικός μου ήταν μάπα - και το κέφι έχει τρυπώσει κι έχει χαραχτεί ήδη πάνω μας. Μια Ιταλίδα θέλει ν'ανέβει στο πλοίο, χωρίς εισιτήριο αλλά ξέρει που πάει. Δεν ξέρω τι της είπαμε. Ανεβαίνουμε στο superjet (ειρωνεία το όνομα): μία με δισκοπάθεια, μία αναρρώνει από εγχείρηση, οι άλλες δύο σιδερένιες και ακμαίες. Τέσσερις κοπέλες προασπαθούν να ξεφύγουν και να χαλαρώσουν. Το υπερπλεούμενό μας παίρνει μπρος κι οι διακοπές μας ξεκινούν..
Συνεχίζεται
Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006
Ενσυναίσθηση...ή στα όρια της παράνοιας
Φοράω τα παππούτσια σου και μου είναι μεγάλα. Φοράω τα δικά μου και μου είναι μικρά. Ίσως να μην είναι δικά μου. Ποιος πήρε τα παππούτσια μου, ποιος;
Μέγιστο κάψιμο τα βιβλία ψυχολογίας. Χειρότερα κι από ναρκωτικά, αλήθεια! Έχε χάρη που πρέπει να περάσω τα μαθήματα. Σκέφτομαι στο μέλλον να παραθέσω καμμένα σχολιάκια που είναι διάχυτα γραμμένα στα βιβλία της σχολής μου. Θα γελάσουμε, θα κλάψουμε; Θα δείξει!
Back from holidays and not happy about it...
Μέγιστο κάψιμο τα βιβλία ψυχολογίας. Χειρότερα κι από ναρκωτικά, αλήθεια! Έχε χάρη που πρέπει να περάσω τα μαθήματα. Σκέφτομαι στο μέλλον να παραθέσω καμμένα σχολιάκια που είναι διάχυτα γραμμένα στα βιβλία της σχολής μου. Θα γελάσουμε, θα κλάψουμε; Θα δείξει!
Back from holidays and not happy about it...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)