«Πάω σπίτι μου..» είπε εκείνος.
«Ναι…» είπε εκείνη μουδιασμένα.
«Έλα μαζί μου!»
Η κοπέλα φάνηκε να το σκέφτεται. Ήθελε να είχε τη δύναμη να του πει όχι. Δεν την είχε, και δεν είπε τίποτα. Γύρισε και κοίταξε την παρέα της που στεκόταν λίγο παραπέρα.
«Θα σε περιμένω στην επόμενη γωνία» έκανε μεταβολή κι έφυγε χωρίς να περιμένει απάντηση.
Εκείνη στάθηκε για λίγο ακίνητη, μπαίνοντας στον πειρασμό να τον αφήσει να περιμένει. Αφού καληνύχτισε τους φίλους της, ακολούθησε την πορεία του. Εκείνος περίμενε στην επόμενη γωνία μιλώντας στο κινητό του. Μόλις την είδε, καληνύχτισε το συνομιλητή του και το έκλεισε. Την αγκάλιασε απ’ τους ώμους κι άρχισαν να περπατάνε.
«Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη για χθες» είπε η κοπέλα ύστερα από μια μεγάλη παύση.
«Μη το σκέφτεσαι. Λογικό μου φαίνεται που αντέδρασες έτσι.» Της χαμογέλασε καθησυχαστικά.
«Ξέρεις.. συνήθως δε συμπεριφέρομαι έτσι. Δεν ξέρω τι μου συνέβη.»
«Είχες πιει. Δεν είναι τίποτα. Ας μη το συζητάμε άλλο.»
Με τη συζήτηση έφτασαν σπίτι του. Η κοπέλα προχώρησε πρώτη, διστακτικά, και σταμάτησε έξω απ’ την κουζίνα.
«Θέλω νερό.»
«Το σπίτι μου είναι και δικό σου» της είπε και με μια χειρονομία της έδειξε τα ντουλάπια.
Εκείνη έβαλε νερό και ένιωσε τα χέρια του ν’ αγγίζουν τον κώλο της. Γύρισε, του χαμογέλασε και πήγε στο δωμάτιο. Την ακολούθησε. Εκείνη έβγαλε το παλτό της κι άρχισε να περιεργάζεται το δωμάτιο. Είχε ξανάρθει, αλλά αισθανόταν αμηχανία. Ήξερε γιατί την είχε καλέσει, και γιατί η ίδια είχε δεχθεί. Στάθηκε μπροστά απ’ το ενυδρείο. Δε της άρεσαν τα ψάρια.
Εκείνος κάθισε στην περιστρεφόμενη καρέκλα του και την τοποθέτησε ακριβώς πίσω της. Τα χέρια του άρχισαν να χαϊδεύουν τις γάμπες της, ν' ανεβαίνουν αργά-αργά και ν’ ανασηκώνουν το κοντό μαύρο φορεματάκι της. Σιγά-σιγά, με απαλές ρυθμικές κινήσεις τής το έβγαλε. Την αγκάλιασε και την έβαλε να καθίσει πάνω του. Τώρα τα χέρια του γλίστρησαν στο στήθος της, το απελευθέρωσε απ’ το καταπιεστικό σουτιέν και συνέχισαν να τη χαϊδεύουν καθώς η γλώσσα του ασχολούταν με το λαιμό της.
Εκείνη δεν είχε αντιδράσει ακόμα. Το σώμα της ανταποκρινόταν, φυσικά, αλλά το μυαλό της δεν είχε παραδοθεί ακόμα. Το προηγούμενο βράδυ της είχε πει ότι πήγε με άλλη. Του έκανε σκηνή, της έκανε σκηνή, μιλήσανε και δε βγάλανε άκρη. Τώρα, δεν ήξερε πώς να φερθεί, τι να σκεφθεί. Δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία, δεν είχαν σχέση. Κι όμως…
Βγήκε απότομα από τις σκέψεις της, καθώς τα χέρια του είχαν προχωρήσει προς τα κάτω και είχαν βρει στόχο. Δεν είχε πια καιρό να σκεφτεί. Αν δεν παραδινόταν σύντομα, δε θα το ευχαριστιόταν. Η μέση της έσπασε προς τα πίσω σχηματίζοντας τόξο, τα χείλη της ρούφηξαν το λαιμό του καθώς το ένα της χέρι βυθιζόταν στα μαλλιά του ενώ το άλλο πίεζε το δικό του πάνω στο στήθος της. Σύντομα ξέχασε τα πάντα.
Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την έβαλε στο κρεβάτι. Αφού της έβγαλε τον υπόλοιπο ρουχισμό, άρχισε να τη γλύφει παντού. Και βέβαια, κατασκήνωσε στην κλειτορίδα της. Ήθελε να του εξηγήσει μερικά πράγματα για τη γυναικεία ανατομία αλλά αποφάσισε να μην πει τίποτα. Προσπαθούσε να συγκεντρωθεί και να απολαύσει την πράξη, αλλά το μυαλό της δεν την υπάκουε. Θυμόταν μόνο να βγάζει μικρές κραυγές ψεύτικης ηδονής, και προοδευτικά να τις αλλάζει για να καταλάβει κι εκείνος ότι ήταν έτοιμη να προχωρήσει. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πράξης εκείνη υποκρινόταν ενώ ταυτόχρονα ανυπομονούσε να τελειώσει.
Ύστερα από αρκετή ώρα, που της φάνηκε αιωνιότητα, εκείνος έπεσε πάνω της βαριανασαίνοντας. Την έσφιξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε τρυφερά στο στόμα.