Ουφ! Τόσος καιρός έχει περάσει από τότε που είδα εφιάλτη.. Δημοτικό πήγαινα. Συνήθως βλέπω κάτι τρελά πράγματα, που όταν τα θυμάμαι το πρωί ανατριχιάζω, αλλά ποτέ δε με τρόμαξαν κατά τη διάρκεια του ύπνου.
Είχα κάνει ένα μάθημα Ψυχοφυσιολογίας στη σχολή, το οποίο ανέφερε τα όνειρα ως μία προσπάθεια να μείνει ο οργανισμός κοιμισμένος. Το ξέρατε ότι βλέπουμε ένα όνειρο ανά μισάωρο; Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι οι εφιάλτες δε λειτουργούν κατ' αυτό τον τρόπο. Αντίθετα, σε ωθούν να ξυπνήσεις με αυτό το φοβερό αίσθημα ότι κάτι κακό συμβαίνει. Και δεν είναι άραγε τρελό; Τι το κακό μπορεί να συμβαίνει κι εσύ να το αισθάνεσαι;
Το πιο τρομακτικό, για μένα, είναι να βλέπω ότι πέφτω και να τραντάζομαι στο κρεβάτι μου σα να'πεσα από κάπου: μέσα απ' τον ονειρόκοσμο αλήθεια. Κι αυτό που με τρομάζει περισσότερα απ' όλα, δεν είναι το γεγονός ότι πέφτω (εντάξει μια ελαφρά υψοφοβία την έχουμε) αλλά το ότι είναι σαν τα αποτελέσματα του ονείρου να εμφανίζονται στον ξύπνιο σου.
Χθες όμως, δεν είδα ότι έπεφτα, ούτε είδα κανένα από τα συνηθισμένα πλέον ψυχεδελικά μου όνειρα. Ήταν όλα φυσιολογικά, πραγματικά, χωρίς φανταστικές προσθήκες. Κι ενώ ήξερα ότι βρίσκομαι σε όνειρο, και κάπου-κάπου άνοιγα τα μάτια μου για να δω το σπιτάκι μου με το που τα έκλεινα επέστρεφα αστραπιαία στο μέρος που με φόβιζε τόσο. Ήταν ένα σπίτι, ένα απλό σπίτι που ανήκε στο Σταύρο (το αγόρι μου, ας τον πούμε έτσι) αλλά ο ίδιος δεν ήταν εκεί. Είχε δουλειά και μου ζήτησε να τον περιμένω. Κι εγώ περίμενα, μόνο που δεν ήμουν μόνη. Κόσμος πολύς, γυναίκες κατά κύριο λόγο, γυναίκες άσχημες και γερασμένες με τις οποίες αρχικά ήμουν ευγενική αλλά που σε κάποια φάση με έκαναν να ουρλιάζω και να τρέμω σύγκορμη!
Σηκώθηκα απ' το κρεβάτι μου, έκλεισα τα παράθυρα, διπλοκλείδωσα την εξώπορτα (μία είναι ούτως ή άλλως) και κατάφερα να ηρεμήσω κάπως. Αυτό δεν το 'χω κάνει απ' το πρώτο έτος, που προσπαθούσα να συνηθίσω στην ιδέα ότι μένω μόνη. Και τι απογοήτευση: αυτό το σπίτι που με γαληνεύει πάντα, που είναι ότι πιο δικό μου έχω νοιώσει ποτέ, δε μου παρείχε την ασφάλεια που χρειαζόμουν χθες. Κι ακόμα να καταλάβω γιατί ήμουν έτσι, εφόσον ούτε το όνειρο ήταν ιδιαίτερα τρομακτικό, ούτε είχα νοιώσει ποτέ κίνδυνο στα Γιάννενα.
Αλλά τώρα που το αναπλάθω στη μνήμη μου, δεν έχει σημασία το τι είδα αλλά το πώς ένοιωθα. Μόνη, τρομαγμένη, εγκαταλειμμένη. Κι υπάρχει μια απόλυτα λογική εξήγηση: όλες οι φίλες μου, που αγάπησα τόσο πολύ εδώ σ' αυτή την πόλη, και που ήμαστε σαν οικογένεια 3 χρόνια τώρα, φεύγουν, τελειώνουν, παίρνουν πτυχίο. Εγώ έχω ακόμα ένα χρόνο κολλημένη ανάμεσα απ' αυτά τα βουνά, κι ούτε ο Σταύρος - παρ' όλο που το θέλει - μπορεί να με βοηθήσει γιατί είναι στην Αθήνα.
Και μετά σκέφτεσαι με τη λογική σου, τον φίλο που σε συντρόφευσε τόσες φορές στη ζωή σου, ότι όλα αυτά είναι χαζομάρες. Ότι υποτίθεται έχεις παλέψει για να μάθεις να είσαι μόνος ώστε να μην πονέσεις αν όντως μείνεις μόνος. Αλλά μετά καταλαβαίνεις ότι κάποιοι άνθρωποι τρύπωσαν στην καρδιά σου, εκεί που δεν είχαν καμιά δουλειά να πάνε, απρόσκλητοι εισβολείς. Και μετά βλέπεις επιτέλους πώς είναι να σ' αφήνουν, καταλαβαίνεις τι έκανες εσύ τόσα χρόνια όταν παρατούσες τα πάντα κι έφευγες χωρίς καμιά προφανή αιτία. Και το μόνο που έφταιγε ήταν ότι φοβόσουν. Φοβόσουν ότι αν δεν έφευγες εσύ θα έφευγαν αυτοί κάποια στιγμή και δεν το άντεχες.
Και κάπου εδώ, τρως τη σφαλιάρα σου και μετά γελάς γιατί ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος, ότι μπορεί οι άνθρωποι που αγαπάς να είναι μακριά σου αλλά πάντα σε σκέφτονται και όταν τους χρειαστείς θα 'ρθουν, ίσως και χωρίς να τους φωνάξεις, γιατί ξέρουν, γιατί ένοιωσαν κι αυτοί έτσι όταν εσύ έφευγες ξανά και ξανά.
Δεν θα πω ψέματα, θα ξαναφύγω γιατί έτσι κάνω. Γιατί είμαι δειλή αλλά είμαι μια ευτυχισμένη δειλή και το χαίρομαι!